Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη, 31 Μαρτίου 2015

ΕΕΔΥΕ: Σήμα κινδύνου για το λαό οι δηλώσεις του Π. Καμμένου

Σήμα κινδύνου για το λαό χαρακτηρίζει η Ελληνική Επιτροπή για τη Διεθνή Ύφεση και Ειρήνη (ΕΕΔΥΕ) τις δηλώσεις του υπουργού Άμυνας Πάνου Καμμένου για μοιρασιά του ενεργειακού πλούτου της χώρας με τις ΗΠΑ και καλεί σε μαζική συμμετοχή στη Μαραθώνια Πορεία Ειρήνης και στις πορείες που θα γίνουν σε πολλές πόλεις της χώρας.

Ολόκληρη η ανακοίνωση της ΕΕΔΥΕ έχει ως εξής:

«Οι δηλώσεις του υπουργού Άμυνας, στις ΗΠΑ, για μοιρασιά του ενεργειακού πλούτου της χώρας με τις ΗΠΑ, δεν είναι κεραυνός εν αιθρία, είναι ενταγμένες στο πλαίσιο Ελλάδα - ΗΠΑ - Ευρωπαϊκή Ένωση - ΝΑΤΟ. Εντάσσονται στα παζάρια της θέσης της Ελλάδας για την αντιμετώπιση του χρέους και της εξόδου από την κρίση. Εν δυνάμει αποτελούν κίνδυνο, αφού οδηγούν στο κέντρο του κυκλώνα, στη δίνη των εντεινόμενων ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και αντιθέσεων. Εξίσου επικίνδυνη είναι η τοποθέτηση για επέκταση του "ενιαίου αμυντικού δόγματος" Ελλάδας - Κύπρου, με τη συμμετοχή του Ισραήλ.


Η προθυμία για στήριξη των ιμπεριαλιστικών εκστρατειών στην περιοχή της Μέσης Ανατολής και τη Βόρεια Αφρική είναι η εξειδίκευση των αποφάσεων (16/3/2015) του Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η στήριξη αυτή σημαίνει πρακτικά εμπλοκή της Ελλάδας σε ιμπεριαλιστικό πόλεμο για τα κέρδη και τα γενικότερα συμφέροντα των ιμπεριαλιστών.

Είναι μεγάλες οι ευθύνες της συγκυβέρνησης για όλες αυτές τις κινήσεις που φανερώνουν σχέδια και επιδιώξεις της κυρίαρχης τάξης. Μπορούν και πρέπει να βγουν συμπεράσματα για την πορεία των πραγμάτων και την ανάγκη λαϊκής εναντίωσης κόντρα στους ιμπεριαλιστές ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ.

Η ΕΕΔΥΕ επισημαίνει την ανάγκη ακόμα μεγαλύτερης κινητοποίησης και δράσης των Επιτροπών Ειρήνης, για να πλατύνει και να ισχυροποιηθεί το αντιιμπεριαλιστικό φιλειρηνικό κίνημα. Εργαζόμενοι και νεολαία καλούνται να πρωτοστατήσουν στην αντιιμπεριαλιστική πάλη. Στο χρόνο που μένει μέχρι τη Μαραθώνια Πορεία, να πυκνώσουν και να ενταθούν οι δραστηριότητες, ώστε χιλιάδες και χιλιάδες αγωνιστές να δώσουν το "παρών" στις πορείες που θα γίνουν σε πολλές πόλεις σε όλη την Ελλάδα.

Εμπρός, μαζικά, δυναμικά, αγωνιστικά, να διατρανώσουμε τη λαϊκή απαίτηση: Καμία συμμετοχή - εμπλοκή της Ελλάδας στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς, να ξηλωθούν οι βάσεις και οι υποδομές, να επιστρέψουν στην Ελλάδα όλες οι στρατιωτικές δυνάμεις, όλες οι αποστολές ενίσχυσης ή στήριξης των ιμπεριαλιστικών εκστρατειών και πολέμων».

Πηγή: εδω

Χρηματοδότες της Χρυσής Αυγής οι Αττικοί φούρνοι

Ενδιαφέρον το δημοσίευμα του «Εθνους της Κυριακής» που υπογράφουν η Μαρία Ψαρά και ο Λευτέρης Μπιντέλας και το οποίο φέρνει στην επιφάνεια  το βούλευμα-καταπέλτη του Συμβουλίου Εφετών  στο οποίο περιγράφονται οι σοκαριστικές λεπτομέρειες του τρόπου λειτουργίας των στριπ σόου, της σωματεμπορίας και του ξεπλύματος βρώμικου χρήματος που γινόταν από τους ιδιοκτήτες της αλυσίδας αρτοποιίας και τους συνεργάτες τους. Για την ολοκληρωμένη πληροφόρηση των αναγνωστών του μπλοκ μας, εμείς παραθέτουμε απόσπασμα από κείμενο του Λευτέρη Χαραλαμπόπουλου που είχε δημισιευτεί στο περιοδικό  “Unfollow” και είχε τίτλο «Η χρηματοδότηση της Χρυσής Αυγής από ακροδεξιούς στη Ρωσία, έλληνες και ρώσους επιχειρηματίες»


 Εταιρείες βιτρίνα και χρηματοδότες


Πρώτη στη σχετική λίστα είναι εταιρεία που έχει ως αντικείμενο την παραγωγή και εμπορία προϊόντων αρτοποιίας και ζαχαροπλαστικής. Πρόκειται για γνωστή αλυσίδα, με δεκάδες καταστήματα στο νομό Αττικής, τα αφεντικά της οποίας έχουν στο παρελθόν προφυλακιστεί και έχουν κατηγορηθεί για ξέπλυμα βρώμικου χρήματος.  Η συγκεκριμένη αλυσίδα, σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες, είναι βιτρίνα προκειμένου να ξεπλένονται χρήματα από την εξαναγκαστική πορνεία γυναικών με προέλευση κυρίως από την Ανατολική Ευρώπη, ενώ πίσω από την εταιρεία κρύβονται μπίζνες με στριπτιζάδικα και άλλες παράνομες δραστηριότητες.

Πρόκειται για κύκλωμα που ελέγχεται από τη ρωσική μαφία, η οποία -όπως είναι ευρέως γνωστό- κατά καιρούςαναλαμβάνει να «διεκπεραιώνει» υποθέσεις ρώσων ολιγαρχών και επικίνδυνες αποστολές του ρωσικού συστήματος εξουσίας. Πέρα από την απευθείας χρηματοδότηση προς τη Χρυσή Αυγή, η συγκεκριμένη αλυσίδα καλύπτει και ανάγκες «προσλήψεων» από τη σχετική λίστα «ευρέσεως εργασίας» που διαθέτει η ελληνική ναζιστική οργάνωση προκειμένου να στρατολογεί νέα μέλη με «αντάλλαγμα» μια (κακοπληρωμένη) θέση εργασίας.


Οι Αττικοί φούρνοι έλαβαν οικονομική ενίσχυση από το κράτος  ύψους 207.424,51, την ώρα που ο λαός μάτωνε από τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης κι η ανεργία και η αστεγία είχαν χτυπήσει κόκκινο. Το κράτος επιδοτούσε τους σωματέμπορους ενώ εκρεμμούσε η υπόθεση για την εμπλοκή τους σε υποθέσεις trafficking στην δικαιοσύνη. 




Κυριακή, 29 Μαρτίου 2015

Mαξίμ Γκόρκι: Η Μάνα

Διαβάζοντας λογοτεχνία έρχεται κανείς πιο κοντά σε παγκόσμιες, πρωταρχικές αλήθειες...


 _ Να ποια είναι η ζωή, μαμά! Βλέπεις πώς ερεθίζουν τους ανθρώπους, τον έναν ενάντια στον άλλονε! Είτε το θες, είτε δεν το θες, είσαι υποχρεωμένος να χτυπήσεις. Και ποιον; Κάποιον που δεν έχει καθόλου δικαιώματα, όπως κι εσύ, κάποιον ακόμα πιο δυστυχισμένο κι από σένα επειδή είναι ηλίθιος. Οι αστυνομικοί, οι χωροφύλακες, οι χαφιέδες, όλοι τους είναι εχθροί μας, κι όμως είναι κι εκείνοι άνθρωποι σαν κι εμάς. Κι αυτούς τους ίδιους τους εκμεταλλεύονται. Και δε τους λογαριάζουν γι’ ανθρώπους. Κι έτσι έχουνε χωρίσει τους ανθρώπους μεταξύ τους. Τους τύφλωσαν με τη βλακεία και το φόβο, τους δέσανε χειροπόδαρα, τους καταπιέζουν και τους εκμεταλλεύονται, τους ποδοπατούν και τους χτυπούν, τον έναν με τα χέρια του άλλου. Τους καταντήσανε, τους ανθρώπους όπλα, κοτρώνες και ραβδιά, κι αυτό το λεν πολιτισμό. Είναι η Κυβέρνηση, το Κράτος…

Πήγε κοντά στη μητέρα του. Κι είπε:

_Αυτό είναι έγκλημα, μάνα! Μια άγρια δολοφονία, εκατομμυρίων ανθρώπων, ένας φόνος των ψυχών! Καταλαβαίνεις; Τις ψυχές σκοτώνουν! Βλέπεις τη διαφορά ανάμεσα σ’ εμάς και στους εχθρούς μας; Όταν κάποιος από μας χτυπήσει έναν άνθρωπο, ντρέπεται, αηδιάζει, υποφέρει… Οι άλλοι, αντίθετα, δολοφονούν τον κόσμο κατά χιλιάδες ήσυχα-ήσυχα δίχως λύπηση, δίχως ν’ ανατριχιάζουν. Σκοτώνουν με χαρά! Μάλιστα! Με χαρά… Κι έτσι καταπιέζουν όλο τον κόσμο, μόνο και μόνο για να εξασφαλίσουν τα ξύλα στα σπίτια τους, τα έπιπλα, το ασήμι, το χρυσάφι και τα περιττά κουρελόχαρτα, κι όλα κείνα τα ψωροπράματα που τους δίνουν εξουσία πάνω στα διπλανούς τους. Σκέψου, δεν είναι για την ίδια τους την προστασία που σκοτώνουν το λαό και παραμορφώνουν τις ψυχές, δεν είναι για τον εαυτό τους που το κάνουν αυτό, μα για να υπερασπίσουν την ιδιότητα τους.

Ο Πάβελ άρπαξε το χέρι της μητέρας του και το ’σφιξε γέρνοντας κατά το μέρος της:

_Αν μπορούσες να νιώσεις όλη αυτή την ατιμία, αυτή τη βρωμερή σαπίλα… Τότε θα καταλάβαινες πως έχουμε δίκιο… Θα έβλεπες πόσο η ιδεολογία μας είναι μεγάλη κι ωραία!

Η μητέρα σηκώθηκε, κατασυγκινημένη. Ήθελε να μπορούσε να ενώσει την καρδιά της με την καρδιά του γιου της μέσα στην ίδια φλόγα.

_Άκουσε, Πάβελ… Άκουσε! μουρμούρισε λαχανιασμένη. Καταλαβαίνω, το νιώθω… Ακούς!

Σάββατο, 28 Μαρτίου 2015

Βρέθηκε ο Φώτης Κουβέλης


Μετά από εξαφάνιση περίπου δύο μηνών και σωρεία ερευνών, ο πρόεδρος της Δημοκρατικής Αριστεράς Φώτης Κουβέλης, εντοπίστηκε φορώντας κόκκινη ριγέ πυτζάμα να περιφέρεται με απλανές βλέμμα στο Μέγαρο Μαξίμου.

Όταν τον πλησίασαν και του προσέφεραν κουβέρτες και ζεστό τσάι, ο Φώτης Κουβέλης φαίνονταν να μην έχει επαφή με την πραγματικότητα και ψέλλισε μόνο  ότι η λίστα μεταρρυθμίσεων του ΣΥΡΙΖΑ περιλαμβάνει συγκεκριμένες προτάσεις, χωρίς υφεσιακό χαρακτήρα και εξέφρασε την εκτίμηση ότι θα υπάρξει θετικό αποτέλεσμα στο Eurogroup.

Όταν τελικά μεταφέρθηκε στους οικείους του και του παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες, ο Φώτης Κουβέλης εξέφρασε τη στήριξή του στον ΣΥΡΙΖΑ.

Αλλά τελικά ποιος νοιάζεται...

"Αριστερό" χέρι στα ταμεία

Την αντίθεσή του στην τοποθέτηση των αποθεματικών και των ταμειακών διαθέσιμων από ασφαλιστικά ταμεία και οργανισμούς στην Τράπεζα της Ελλάδας (ΤτΕ), εκφράζει το ΠΑΜΕ και καλεί τις συνδικαλιστικές οργανώσεις και τους εργαζόμενους σε επιφυλακή και ετοιμότητα.
Στην ανακοίνωσή του το ΠΑΜΕ αναφέρει:

«Το θέμα της τοποθέτησης των αποθεματικών και των ταμειακών διαθέσιμων από ασφαλιστικά ταμεία και οργανισμούς στην ΤτΕ και σε κρατικά repos αποκτά μορφή χιονοστιβάδας. Οι προτάσεις της κυβέρνησης, που συμπυκνώνονται στο έκτακτο της ανάγκης και στην ενότητα όλων απέναντι στην κρίση, πρέπει να συναντήσουν αδιαπέραστο τείχος από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις.

Δεν επιτρέπεται να υπάρχει καμία συμφωνία, καμία συναίνεση. Εργατική οργάνωση που δέχεται τη νέα λεηλασία, που δέχεται να χρησιμοποιηθούν τα διαθέσιμα ποσά, που προορίζονται για τις λαϊκές ανάγκες, τις συντάξεις και τους ανέργους, στο βωμό της πληρωμής των δανειστών, δεν υπηρετεί τα εργατικά - λαϊκά συμφέροντα.

Η ΓΣΕΕ έχει μεγάλη ευθύνη. Από την πρώτη στιγμή έτρεξε να δώσει τη στήριξή της στη νέα κυβέρνηση. Επί ένα μήνα και ενώ το θέμα της διάθεσης των αποθεματικών στην ΤτΕ είναι ανοιχτό, δεν παίρνει δημόσια θέση, κρύβεται. Αποκορύφωμα της στάσης της ήταν η χτεσινή στάση των μελών της στο ΔΣ του ΟΑΕΔ που δήλωσαν "παρών", βγάζοντας την ουρά τους απ' έξω, αλλά στην ουσία βοηθώντας στην υπερψήφιση της κυβερνητικής πρότασης. Να συγκληθεί εδώ και τώρα Γενικό Συμβούλιο, να αναζητηθούν ευθύνες.

Η τοποθέτηση του εκπροσώπου των εργαζόμενων του ΟΑΕΔ στη συνεδρίαση του ΔΣ του ΟΑΕΔ είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα της στάσης του ανερχόμενου κυβερνητικού συνδικαλισμού, που πιάνει στασίδι δίπλα στην κυβέρνηση, συμβάλλοντας με την ψήφο του να παίρνονται αντεργατικές αποφάσεις.

Καλούμε τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, τις Επιτροπές Ανέργων, τις Λαϊκές Επιτροπές, τους συλλόγους νεολαίας, τους εργαζόμενους και τους συνταξιούχους σε διαρκή επιφυλακή και ετοιμότητα. Να δυναμώσει η πάλη για την προστασία των ανέργων, με αιτήματα αποκατάστασης των απωλειών και διεκδικήσεις που θα απαντούν στις σύγχρονες ανάγκες τους.
Προειδοποιούμε: Να μην τολμήσουν να αγγίξουν τα αποθεματικά των Ταμείων. Θα μας βρουν μπροστά τους. Να παρθούν πίσω οι ως τώρα αποφάσεις».

Ανακοίνωση για το θέμα εξέδωσε και το Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Αγρινίου. «Οι εργαζόμενοι και το ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα έχουν υποχρέωση να αντιδράσουν σε τέτοιες αντεργατικές αποφάσεις και συνολικά στην αντιλαϊκή πολιτική, διεκδικώντας την κάλυψη των απωλειών που έχουν υποστεί όλα αυτά τα χρόνια από τις πολιτικές της ΕΕ, των μονοπωλίων και των κυβερνήσεών τους και να τις ανατρέψουν με τους αγώνες τους. Να παλέψουν για νέες διεκδικήσεις στη βάση των σύγχρονων αναγκών της εργατικής τάξης», σημειώνει.
    

ΠΑΣΕΒΕ


Με τις «πλάτες» της ΓΣΕΒΕΕ βάζουν χέρι στα ταμειακά διαθέσιμα

Την απόφαση του ΔΣ του ΟΑΕΔ για μεταφορά 120 εκατομμυρίων ευρώ από τα ταμειακά διαθέσιμα του Οργανισμού στην Τράπεζα της Ελλάδας (ΤτΕ), έπειτα από αίτημα της κυβέρνησης, καταδικάζει η ΠΑΣΕΒΕ. Παράλληλα, καταγγέλλει τη στάση του εκπροσώπου της ΓΣΕΒΕΕ, που στη συνεδρίαση της περασμένης Πέμπτης ψήφισε θετικά για τη μεταφορά του εν λόγω ποσού.

Η ΠΑΣΕΒΕ καλεί τους αυτοαπασχολούμενους να καταδικάσουν την απαράδεκτη στάση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ, η οποία «όχι μόνο αρνείται να ενισχύσει από τον κρατικό προϋπολογισμό τα τεράστια κενά που υπάρχουν για την κάλυψη των αναγκών των χιλιάδων ανέργων συναδέλφων (μόλις 10% λαμβάνει το γνωστό επίδομα πτωχοκομείου και για ελάχιστο χρονικό διάστημα) αλλά ταυτόχρονα συνεχίζει στον ίδιο δρόμο της καταλήστευσης των αποθεματικών που χάραξαν οι προηγούμενες κυβερνήσεις, όπως αποδεικνύεται και με την πρόσφατη τροπολογία που κατέθεσε στη Βουλή».

Ταυτόχρονα, επισημαίνει τις τεράστιες ευθύνες της διοίκησης της ΓΣΕΒΕΕ, που «την ίδια ώρα που καλούσε σε έκτακτη συνεδρίαση του προεδρείου, έδινε και κατεύθυνση στον εκπρόσωπό της στον ΟΑΕΔ να υπερψηφίσει το αίτημα της κυβέρνησης. Εχουν ευθύνη και είναι υπόλογοι για τα όποια κενά και προβλήματα δημιουργηθούν στη συνέχεια απέναντι στους συναδέλφους», τονίζει.

Στην ανακοίνωσή της η ΠΑΣΕΒΕ σημειώνει: «Καλούμε σήμερα τους συναδέλφους, που ήδη έχουν υποστεί βαριά χτυπήματα για την πληρωμή του χρέους, και που καλούνται και πάλι αυτοί να πληρώσουν, να βγάλουν τα συμπεράσματά τους. Να επαγρυπνούν για τη συνέχεια, καθώς, όπως φαίνεται, έχουν απέναντί τους μια κυβέρνηση που όχι μόνο δεν δίνει, αλλά απεναντίας παίρνει και αυτή τη σκυτάλη στη συνέχεια της ίδιας αντιλαϊκής πολιτικής. Να καταδικάσουν τους νέους κοινωνικούς εταίρους, τη νέα κυβέρνηση αλλά και τη διοίκηση της ΓΣΕΒΕΕ, που παίρνει άριστα στο ρόλο του κυβερνητικού συνδικαλισμού. Τώρα είναι η ώρα να πάρουν την υπόθεση στα χέρια τους. Δεν έχουν τίποτα να περιμένουν παρά μόνο από τη δική τους πάλη, γι' αυτό και πιο αποφασιστικά χρειάζεται να παλέψουν για αλλαγή συσχετισμών προς όφελός τους, ενισχύοντας τις δυνάμεις της ΠΑΣΕΒΕ».

Η ΠΑΣΕΒΕ απαιτεί επίδομα ανεργίας για όλους, χωρίς όρους και προϋποθέσεις, με κάλυψη των αναγκών από τον κρατικό προϋπολογισμό και αύξηση της φορολογίας των μεγάλων επιχειρήσεων στο 45% επί των κερδών τους.

Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2015

Eπιτέλους...

Και επιτέλους ήρθε το πλήρωμα του χρόνου για να δω τον ΣΥΡΙΖΑ, και ειδικά τον Συνασπισμό να εκπληρώνει την ΠΑΣΟΚική του μεταμόρφωση. 

Όπως κι εσύ φίλε/φίλη περίμενες πάνω από το Game Boy ώρες το Magikarp να εξελιχθεί επιτέλους σε Gyarados, κι όταν αυτό επιτέλους έγινε, ένιωσες να πετάς στα σύννεφα, έτσι νιώθω κι εγώ που επιτέλους το μαγικό ταξίδι του ΣΥΡΙΖΑ στον κόσμο του ΠΑΣΟΚ έφθασε στο τέρμα του.



Μετά την επικύρωση των Μνημονίων, την μη αναστολή των απολύσεων, την παραμονή στην Ευρωπαϊκή Ένωση, την μη επαναπρόσληψη των απολυμένων της ΕΡΤ και την Τρόικα που έγινε "Θεσμός", ο ΣΥΡΙΖΑ ολοκληρώνει την οβιδιακή του μεταμόρφωση σε ΠΑΣΟΚ, χρησιμοποιώντας την ίδια εκείνη φρασεολογία που έμεινε στην Ιστορία δια στόματος Παπανδρέου: "Λεφτά Υπάρχουν


Ιδού λοιπόν η σημερινή "ΑΥΓΗ"




Δεν θα προχωρήσω στο να αναλύσω για το εάν οι προβλέψεις για τα έσοδα από τη λαθρεμπορία καπνού, τις ελβετικές καταθέσεις και τα ληξιπρόθεσμα χρέη στην εφορία μπορούν να αγγίξουν το 1 δις που ευαγγελίζεται η εφημερίδα "ΑΥΓΗ".

Δεν θα αναφερθώ καν στο κατά πόσο είναι εφικτό να φορολογήσεις καταθέσεις της ελληνικής αστικής τάξης και μάλιστα τοποθετημένες σε έναν φορολογικό παράδεισο.

Δεν θα σχολιάσω την πρώτη κίνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ να ξαφρίσουν τα ταμεία για να πληρώσουν τη δόση στο ΔΝΤ. 

Δεν θα μιλήσω για τα ενδεχόμενα μέτρα που εμπεριέχονται στη "συμφωνία με τους εταίρους μας" που ακόμα δεν έχει φθάσει στην Βουλή...

Ένα μόνο πράγμα θα ήθελα να αναρωτηθώ: Άντε και τα λεφτά υπάρχουν. Και επί ΝΔ-ΠΑΣΟΚ- ΔΗΜΑΡ υπήρχαν. Τι μας κάνει να πιστεύουμε ότι δεν θα τα δώσουν δωράκι στις τράπεζες; 



Δήμος Βύρωνα: Έρχονται τα ηλεκτρονικά παρκόμετρα

Πιστή στο πρόγραμμα της Νέας Δημοκρατίας παραμένει η δημοτική αρχή του Βύρωνα (Παράταξη Στάση Βύρωνα), η οποία αν και ΣΥΡΙΖΑ συνεχίζει ακάθεκτη το πρόγραμμα Χαρδαλιά (ο πρώην δήμαρχος της Νέας Δημοκρατίας).

Το νέο μέρος της ατζέντας Χαρδαλιά που έρχονται να υλοποιήσουν αφορά τα λεγόμενα ηλεκτρονικά παρκόμετρα τα οποία εμφανίζονται ραφιναρισμένα ως "Ολοκληρωμένο σύστημα πληροφόρησης οδηγών για διαθέσιμες θέσεις στάθμευσης» το οποίο "πιλοτικά θα εφαρμόσει ο Δήμος". 

Μετά την άρνησή τους να ανακουφίσουν τους ανέργους του Δήμου, μετά την μη αναίρεση του δυσβάσταχτου δημοτικού χαρατσιού- Χαρδαλιά, η ταύτισή τους με τους "μνημονιακούς" προκατόχους τους μας φέρνει έναν ακόμα τρόπο αφαίμαξης των λαϊκών οικογενειών του δήμου. Το επαίσχυντο μέτρο θα εφαρμοστεί πιλοτικά στους κεντρικούς δρόμους του Δήμου (Χειμάρας, Ηλιουπόλεως κ.ά.) και εντός της αγοράς του δήμου. 

Εξίσου χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι η ανάθεση του εν λόγω έργου έχει γίνει σε ιδιωτική εταιρεία επί δημαρχίας Χαρδαλιά και παρά τις τότε αντιρρήσεις της "Στάσης Βύρωνα" για το κόστος της εργολαβίας, η ίδια ιδιωτική εταιρεία καλείται να υλοποιήσει το πρόγραμμα και τώρα από τον ΣΥΡΙΖΑ. 

Μετά το πανάκριβο δημοτικό parking-Χαρδαλιά, του οποίου το αντίτιμο φυσικά η δημαρχεία ΣΥΡΙΖΑ δεν σκέπτεται να μειώσει (για αυτό και είναι σχεδόν άδειο), το ήδη μεγάλο πρόβλημα στάθμευσης στο δήμο προβλέπεται να γίνει ακόμα χειρότερο, αφού δεν μπορώ να διανοηθώ ότι η πλειοψηφία των δημοτών ενός λαϊκού δήμου, έχει να δίνει σήμερα και για παρκόμετρα...

Μετά τον προϋπολογισμό Χαρδαλιά που ψήφισε χωρίς να αλλάξει ούτε τις υπογραφές των προκατόχων της, η δημοτική αρχή ΣΥΡΙΖΑ Βύρωνα, συνεχίζει επάξια το αντιλαϊκό έργο της "επάρατης δεξιάς" ακολουθώντας πάντα πιστά την κυβερνητική γραμμή ΣΥΡΙΖΑ των λαγών με τα πετραχήλια..


Στο μέτρο των ηλεκτρονικών παρκομέτρων αντιτίθενται οι δημοτικές παρατάξεις:
  • Λαϊκή Συσπείρωση Βύρωνα (ΚΚΕ)
  • Αριστερή Παρέμβαση Βύρωνα (ΑΝΤΑΡΣΥΑ)


Ντάσιελ Χάμετ - μικρό αφιέρωμα

Ο Σάμιουελ Ντάσιελ Χάμετ, (Samuel Dashiell Hammett) γεννήθηκε στις 27 του Μάη 1894 στο Μέριλαντ των ΗΠΑ. Ο πατέρας του ήταν σκοτσέζικης καταγωγής και η μητέρα του είχε γαλλικές ρίζες (απ” το επίθετο της, Ντε Σιελ, εξαγγλισμένο σε Ντάσιελ, προέρχεται τ” όνομα του). 

Το 1900 η οικογένεια μετακομίζει στη Φιλαδέλφεια και ένα χρόνο αργότερα στη Βαλτιμόρη. Σε ηλικία 14 ετών ο Χάμετ αφήνει το γυμνάσιο και κάνει διάφορες εφήμερες δουλειές: υπάλλη­λος της εταιρίας σιδηροδρόμων Βαλτιμόρης και Οχάιο, παιδί για θε­λήματα σε μεσιτικό γραφείο, κλητήρας. 

Το 1915, στα 21 του, προσ­λαμβάνεται στο περίφημο γραφείο ντετέκτιβ Πίνκερτον. Το πρακτο­ρείο Πίνκερτον, ηλικίας ήδη 65 χρόνων, ήταν το μεγαλύτερο στη χώρα. Ο λογότυπος του ήταν ένα ανοιχτό μάτι, το σύνθημα του «Πο­τέ δεν κοιμόμαστε» (από εκεί προέρχεται και η έκφραση Private eye – κατά λέξη, ιδιωτικό μάτι – για τους ιδιωτικούς ντετέκτιβ). 

Ωστό­σο, με την ισχυροποίηση των τοπικών και ομοσπονδιακών αστυνο­μικών δυνάμεων, ο «ευγενής» ρόλος του πρακτορείου εκφυλίστηκε στην παροχή πρόσθετων αστυνομικών και στις αντισυνδικαλιστικές σκευωρίες. Όταν μάλιστα, απ” τις αρχές του αιώνα, το εργατικό κί­νημα στις ΗΠΑ γνώρισε ορμητική άνοδο, η βασική λειτουργία των Πίνκερτον έγινε η αντισυνδικαλιστική: να σπάνε απεργίες, να τρο­μοκρατούν και να ενοχοποιούν με προβοκάτσιες απεργούς και να βάζουν με τη βία τους απεργοσπάστες στο εργοστάσιο.

Ο πράκτορας (operative) των Πίνκερτον δεν είχε ωράριο και το 1915 ο πρώτος μισθός ήταν 21 δολάρια τη βδομάδα. Η δουλειά των ντετέκτιβ ήταν άχαρη, μια και κατά πολύ μεγάλο ποσοστό ήταν η παρακολούθηση και το βασικό προσόν του ντετέκτιβ ήταν η ικανό­τητα του να μένει απαρατήρητος και να μπορεί να περιμένει ατέλειω­τες ώρες. 

Ο Χάμετ, παρά το ύψος του (1.86), διακρίθηκε ιδιαίτερα σε αυτό. Στη δουλειά του είχε προϊστάμενο τον Τζέιμς Ράιτ, έναν κοντό­χοντρο, μεσήλικα πράκτορα με μυθικές ικανότητες. Ο Ράιτ γνώρισε στον Χάμετ τα μυστικά του επαγγέλματος και αποτέλεσε το πρότυπο για τον πρώτο πετυχημένο λογοτεχνικό του ήρωα, τον ανώνυμο «Πράκτορα του Κοντινένταλ» (Continental Op).

Στοιχεία για τη φύση των υποθέσεων που ανάλαβε ο Χάμετ δεν έχουν σωθεί, γιατί, τα αρχεία των Πίνκερτον (λέγεται ότι) κατα­στράφηκαν από πυρκαγιά. Ο ίδιος ο Χάμετ ανάφερε κατά καιρούς διάφορα περιστατικά, πολλά απ” τα οποία αμφισβητούνται εξαιτίας της τάσης του να κοροϊδεύει τους δημοσιογράφους όταν είχε πια γί­νει διάσημος. Η Λίλιαν Χέλμαν γράφει ότι ο Χάμετ της είχε διηγη­θεί πως το 1917 του είχαν ζητήσει να δολοφονήσει τον εργατικό ηγέτη Φρανκ Λιτλ και αρνήθηκε. (Ο Λιτλ, μέλος του εκτελεστικού συμβουλίου της ταξικής οργάνωσης Βιομηχανικοί Εργάτες του Κό­σμου (IWW) λιντσαρίστηκε τον Αύγουστο του 1917 στην Ανακόντα της Μοντάνα.) Το γεγονός δεν έχει διασταυρωθεί, πάντως ο Χάμετ είχε κάποια ανάμειξη στην υπόθεση και αργότερα χρησιμοποίησε την πόλη Ανακόντα σαν πρότυπο της Πόιζονβιλ στον Κόκκινο θερι­σμό.

Στις 24 του Ιούνη 1918, 15 μήνες από τότε που η Αμερική είχε μπει στον πόλεμο, ο Χάμετ αφήνει τη δουλειά του και κατατάσσεται στο στρατό, στο Σώμα Ασθενοφόρων. Παθαίνει ισπανική γρίπη που τότε σάρωνε τις ΗΠΑ (ως 500 χιλιάδες θύματα), η οποία εξελίσ­σεται σε βρογχοπνευμονία και ύστερα σε φυματίωση – είναι η αρχή των πνευμονικών παθήσεων που τελικά του κόστισαν τη ζωή. 

Στις 29 του Μάη 1919 απολύεται απ” το στρατό με τιμές, σαν λοχίας, και ξα­ναπιάνει δουλειά στους Πίνκερτον, με μερικό ωράριο. Έχει 25% ανα­πηρία ήδη. Ένα χρόνο αργότερα μετακομίζει στο Σποκέιν της πολι­τείας Ουάσιγκτον, πάντα στους Πίνκερτον, μια και η σύνταξη του απ” το στρατό (παρ” όλο που η αναπηρία του αναγνωρίζεται τώρα σε 50%) δεν επαρκεί, όντας 40 δολάρια το μήνα. Εκεί έχει αρκετές ση­μαντικές εμπειρίες, αλλά η υγεία του είναι πια επισφαλής. 

Στις 6 του Νοέμβρη 1920 εισάγεται σε νοσοκομείο απομάχων του πολέμου, με 100% αναπηρία, θα περάσει έξι μήνες σε τέτοια νοσοκομεία. Ανα­μνήσεις του από την εποχή εκείνη θα γράψει το 1953 στο μοναδικό καθαρά αυτοβιογραφικό κείμενο του, το ημιτελές μυθιστόρημα Τουλίπας. Εκεί γνωρίζεται με την ανθυπολοχαγό νοσοκόμα Τζόζεφιν Ντόλαν. Στις 7 του Ιούλη 1921 παντρεύονται και ζουν στο Σαν Φραν­τσίσκο. 

Ο Χάμετ έχει ξαναπιάσει δουλειά στους Πίνκερτον, ενώ η ποτοαπαγόρευση έχει κάνει την πόλη ιδιαίτερα εγκληματική. Την 1η του Δεκέμβρη 1921 ο Χάμετ εγκαταλείπει τους Πίνκερτον. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του, αιτία στάθηκε μια επιτυχία του: Χρυσάφι αξίας 200 χιλ. δολαρίων είχε χαθεί από ένα αυστραλιανό πλοίο που άραξε στο Σαν Φραντσίσκο. Ξέροντας ότι το χρυσάφι δε βγήκε απ” το πλοίο, οι Πίνκερτον ήθελαν να στείλουν τον Χάμετ στη Χαβάη, με­ταμφιεσμένο σε ναύτη, για να το βρει εν πλω. Την παραμονή του απόπλου, σε μια τελευταία έρευνα ο Χάμετ (ή κάποιος άλλος, σύμφωνα με άλλες πηγές) βρήκε το χρυσάφι και το ταξίδι ματαιώθηκε. Έτσι παραιτήθηκε, απογοητευμένος.

Από το Φλεβάρη του 1922 και για ενάμιση χρόνο παίρνει μαθήμα­τα σ” ένα σεμινάριο επιμόρφωσης απομάχων. Ήδη έχει αποφασίσει να ακολουθήσει κάποια πνευματική εργασία· ζει πολύ στερημένα, αλλά περνάει πολλές ώρες στη δημόσια βιβλιοθήκη, διαβάζοντας αφειδώς. Τον Οκτώβρη του 1922 δημοσιεύεται το πρώτο του κείμε­νο. «Το πάρθιον βέλος», μια ιστοριούλα 100 λέξεων, στο «αριστο­κρατικό» περιοδικό Σμαρτ Σετ, το οποίο δημοσίευε (πληρώνοντας ελάχιστα) έργα νέων και αγνώστων που είχαν κάτι καινούργιο να πουν. Ακολουθούν άλλες δημοσιεύσεις, στο Σμαρτ Σετ, στο Μπριφ Στόρις, τη Μαύρη Μάσκα και αλλού, συνολικά δώδεκα κομμάτια σε πέντε περιοδικά μέσα στον πρώτο χρόνο. Είναι λακωνικά κομμάτια, γεμάτα λεπτή ειρωνεία, που δείχνουν τη μεγάλη προσοχή με την οποία προχωρούσε. Το σημαντικότερο κείμενο του του πρώτου χρόνου είναι το Από τις αναμνήσεις ενός ιδιωτικού ντετέκτιβ, είκοσι εννιά σύντομες παράγραφοι από τα αξιοπερίεργα του επαγγέλματος, με ομοιότητες με τις «βινιέτες» του Χέμινγουεϊ. Ο ρεαλισμός και η ειρωνεία τους τις κάνουν αξιοσημείωτες και προδιαγράφουν τον συγγραφικό δρόμο του Χάμετ. Αναδημοσιεύουμε μια επιλογή:

1) Θέλοντας να πάρω κάποιες πληροφορίες από μέλη της Χρι­στιανικής Γυναικείας Ενώσεως Εγκράτειας, συστήθηκα σαν γραμ­ματέας του Συνδέσμου Αγνότητας των Πολιτών του Μπιουτ. Μια απ” αυτές μου διάβασε έναν μακρύ λόγο για τα ερωτικά αποτελέσματα του τσιγάρου πάνω στις νεαρές κοπέλες. Κατοπινά πειράματα από­δειξαν τις πληροφορίες άχρηστες.

2) Κάποιος που παρακολουθούσα βγήκε μια Κυριακή απόγευμα βόλτα στην εξοχή και έχασε τελείως το δρόμο του. Αναγκάστηκα να του δείξω εγώ πώς να γυρίσει πίσω στην πόλη.

[…]

4) Ξέρω έναν ντετέκτιβ που, ενώ έψαχνε για πορτοφολάδες στον ιππόδρομο, του έκλεψαν το πορτοφόλι. Αργότερα έγινε στέλεχος σ' ένα γραφείο ντετέκτιβ της ανατολικής ακτής.

[…]

7) Απ' όσους ανθρώπους γνώρισα που είχαν καταχραστεί χρήμα­τα απ” τους εργοδότες τους, ούτε δέκα δε θυμάμαι που να κάπνιζαν, να έπιναν ή να είχαν κάποιο βίτσιο απ” αυτά που τόσο προσέχουν οι χρηματιστικές επιχειρήσεις.

8) Κάποτε κατηγορήθηκα άδικα για ψευδομαρτυρία και αναγκά­στηκα να ψευδομαρτυρήσω για να αποφύγω τη σύλληψη.

9) Κάποιος προϊστάμενος ενός γραφείου ερευνών του Σαν Φρανσίσκο αντικατάστησε κάποτε σε μια αναφορά μου τη λέξη «άπλη­στος» με τη λέξη «ειλικρινής», με το αιτιολογικό ότι ο πελάτης ίσως να μην καταλάβαινε την πρώτη. Λίγες μέρες αργότερα, σε άλλη ανα­φορά, το «προσποιούμαι» έγινε «επισπεύδω» για τον ίδιο λόγο.

10) Απ” όλες τις εθνικότητες που οδηγούνται στα δικαστήρια, αυ­τοί που είναι πιο δύσκολο να καταφέρεις να καταδικαστούν είναι οι Έλληνες. Ο Έλληνας αρνιέται αδίστακτα τα πάντα, ανεξάρτητα απ” το πόσο ακλόνητες είναι οι αποδείξεις. Και τίποτα δεν εντυπωσιάζει περισσότερο τους ενόρκους από μια ξερή δήλωση ότι κάτι είναι έτσι, άσχετα απ” την απιθανότητα της δήλωσης ή τον φανερό παρα­λογισμό της μπροστά στις συντριπτικές αποδείξεις για το αντίθετο.

[…]

19) Το 1917, στην Ουάσιγκτον, συνάντησα μια νεαρή κυρία που δεν παρατήρησε ότι η δουλειά μου πρέπει να είναι πολύ ενδιαφέρου­σα.

[…]

21) Ο αρχηγός της αστυνομίας μιας πόλης του Νότου μου περιέ­γραψε κάποτε πλήρως κάποιον άνθρωπο, επισημαίνοντας μέχρι και μια κρεατοελιά στο σβέρκο του, αλλά ξέχασε να μου αναφέρει ότι ήταν μονόχειρας.

22) Ξέρω έναν παραχαράκτη που παράτησε τη γυναίκα του γιατί, ενώ αυτός ήταν φυλακή, εκείνη είχε μάθει να καπνίζει. […]

27) Σε ένα εξαιρετικά πολύπλοκο πρόβλημα, η βασική διαφορά ανάμεσα στον ντετέκτιβ των βιβλίων και στον πραγματικό ντετέκτιβ είναι ότι ο πρώτος συνήθως έχει ελάχιστα στοιχεία για να ξεκινήσει, ενώ ο δεύτερος υπερβολικά πολλά.

28) Ξέρω κάποιον που κάποτε έκλεψε έναν τροχό Φέρις (η μεγάλη ρόδα των λούνα-παρκ – σ.τ.μ.).

29) Από τους μύθους που υπάρχουν, ο λιγότερο αμφισβητούμενος είναι ότι οι εγκληματίες, αργά ή γρήγορα, τελικά συλλαμβάνονται. Κι όμως τα αρχεία κάθε γραφείου ντετέκτιβ είναι ξέχειλα με τους φακέλους ανεξιχνίαστων υποθέσεων και ασύλληπτων εγκληματιών.

Σμαρτ Σετ, Μάρτης 1923

Το παραπάνω κείμενο, όπως και Ο πράσινος ελέφαντας, η τελευ­ταία του δημοσίευση στο Σμαρτ Σετ (Οκτώβρης 1923), έδειξαν στον Χάμετ ότι πρέπει να στραφεί στις προσωπικές του εμπειρίες. Και φυσικά, το κοινό του Σμαρτ Σετ δεν ήταν κατάλληλο. Στρέφεται στα φτηνά, λαϊκά περιοδικά (τα λεγόμενα pulp, απ” το φτηνό χαρτί που χρησιμοποιούσαν) απ” τα οποία το επιφανέστερο είναι η Μαύρη Μάσκα. Τον Οκτώβρη του 1923 δημοσιεύει εκεί το Εμπρησμός την πρώτη ιστορία που έχει σαν ήρωα και αφηγητή τον ανώνυμο ντετέκτιβ του Ηπειρωτικού Γραφείου, τον Κοντινένταλ Οπ. Δεν τον δημιούργησε σκόπιμα ανώνυμο. 

«Αφού τα κατάφερε στον Εμπρησμό χωρίς όνομα», είπε αργότερα, «φαντάστηκα πως μπορεί να συνεχί­σει ως το τέλος έτσι». Ο Εμπρησμός συν δεν είναι ούτε το πρώτο «σκληροτράχηλο» διήγημα του Χάμετ, ούτε το πρώτο της σκληρο­τράχηλης σχολής (προηγήθηκε κατά ένα χρόνο ο Κάρολ Τζον Νταλί). Ωστόσο, είναι ορόσημο και τον έφερε πολύ γρήγορα, μαζί με τον ανώνυμο ήρωά του, πολλές κλάσεις πάνω από οτιδήποτε άλ­λο. (Ενδεικτικό είναι ότι στις προηγούμενες του προσπάθειες ο Χά­μετ συνήθως χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο Πίτερ Κόλινσον. Στη σλαγκ, «Πίτερ Κόλινς» σημαίνει «ο κανένας, ο τρεχαγύρευε». 

Άρα, «γιος του κανένα».) Γρήγορα ο Χάμετ γίνεται γνωστός και καθιερώ­νεται στα φτηνά περιοδικά σαν εισηγητής ακριβώς της σκληροτρά­χηλης σχολής, θα δημοσιεύσει συνολικά 26 διηγήματα και δυο μι­κρές νουβέλες με ήρωα τον Οπ, πριν περάσει στις μεγαλύτερες φόρ­μες. Βέβαια, τα οικονομικά του δεν είναι ανθηρά: η Μάσκα πλήρωνε δυο-τρία σεντς τη λέξη, ενώ τα «κομψά» περιοδικά έδιναν πάνω από ένα δολάριο. Ο Χάμετ ενοχλείται που για να ζήσει είναι αναγκασμέ­νος να γράφει πολύ και άρα όχι καλά. «Το πρόβλημα», έγραψε, «μ” αυτόν τον ντετέκτιβ μου είναι ότι έχει εκφυλιστεί σε κουπόνι φαγη­τού. Στην αρχή μ” άρεσαν τα κόλπα του, αλλά τώρα τελευταία συνή­θισα να τον ρίχνω στη δουλειά οποτεδήποτε ο σπιτονοικοκύρης, ο χασάπης ή ο μπακάλης δείχνουν σημάδια εκνευρισμού.

«Υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να γράψουν έτσι, αλλά εγώ δεν είμαι απ” αυτούς. Αν μείνω σ” αυτά που θέλω να γράψω – σ” αυτά που μ” αρέσει να γράφω – τα καταφέρνω καλά, αλλά όταν προσπαθώ να σκαρώσω μια ιστορία επειδή βλέπω πως θα πουλήσει, βγάζω μια αποτυχία.

"Από “δώ και στο εξής, όποτε σκέφτομαι μια ιστορία που ταιριά­ζει στον ντετέκτιβ μου, θα τον στέλνω στη δουλειά, αλλά δεν πρόκει­ται πια να τον βάλω να δουλεύει με πρόγραμμα." (Γράμμα στον εκ­δότη της Μαύρης Μάσκας, 1924)

Έτσι, το 1926 ο Χάμετ, αν και ώριμος πια συγγραφέας, διακόπτει την καριέρα του για μια πιο επικερδή: γίνεται διαφημιστής στο κοσμηματοπωλείο Σάμουελς. Έχει ήδη μια κόρη, τη Μαίρη, πέντε χρονών και η γυναίκα του ετοιμάζεται να γεννήσει πάλι (την Τζόζεφιν, το Μάη του 1926). Ο μισθός του στη διαφήμιση είναι σαφώς ανώτερος, παρ” όλ” αυτά, η κακή υγεία του θα τον αναγκάσει να εγκαταλείψει μετά από έξι περίπου μήνες. 

Πήρε πολύ στα σοβαρά τη νέα του δουλειά, με δημοσιεύσεις στα ειδικά περί διαφήμισης περιο­δικά, όπου παραθέτει Αριστοτέλη, Τζόζεφ Κόνραντ, Ανατόλ Φρανς κ.ά. Αισθάνεται ήδη ώριμος και απ” το Φλεβάρη του 1927 ξαναρχίζει να δημοσιεύει. Είναι η χρυσή του περίοδος. Παράλληλα, αναλαμ­βάνει κριτικός αστυνομικών βιβλίων στο Σάτερντεϊ Ριβιού οφ Λίτρα­τσουρ, όπου επιμένει για ρεαλισμό και αποδεικνύεται πολύ απαιτητι­κός.

 Το Νοέμβρη του 1927 εμφανίζεται στη Μαύρη Μάσκα η πρώτη απ” τις τέσσερις συνέχειες του πρώτου μυθιστορήματος του, που έχει τίτλο Κόκκινος θερισμός. Ένα χρόνο αργότερα, πάλι σε συνέχειες, τυπώνεται η Κατάρα των Ντέιν. Η καριέρα του ανώνυμου ήρωα έχει φτάσει στο αποκορύφωμα της και ο Χάμετ στρέφεται αλλού, αν και θα συνεχίσει να δημοσιεύει πού και πού διηγήματα με τον ίδιο ήρωα. Στο μεταξύ, τον Απρίλη του 1928 υποβάλλει τον Κόκκινο θερισμό στον μεγάλο εκδοτικό οίκο Νοπφ. θα τυπωθεί το Φλεβάρη του 1929, με μικρές αλλαγές, και τον Ιούλη θα ακολουθήσει η Κατάρα των Ντέιν. 

Η επιτυχία τους είναι εντυπωσιακή. Αλλά δε συγκρίνεται μ” αυτήν που είχε το Γεράκι της Μάλτας. Εκδόθηκε το Φλεβάρη του 1930, πάντα απ” τους Νοπφ, αφού είχε πριν δημοσιευτεί σε συνέχειες στη Μάσκα. Ο ήρωας του, ο Σαμ Σπέιντ, όπως και το βιβλίο, γνωρί­ζουν αμέσως τεράστια δημοτικότητα (7 εκδόσεις σε 10 μήνες). Ο Χάμετ καθιερώνεται. Το Γυάλινο κλειδί, με ήρωα τον (όχι ντετέκτιβ) Νεντ Μπιούμοντ, εκδίδεται το Γενάρη του 1931 και θεωρείται το αποκορύφωμα του.

Ο Χάμετ έχει ήδη μετακομίσει στη Νέα Υόρκη, έχει σχεδόν χω­ρίσει με τη γυναίκα του κι έχει γνωριστεί (το χειμώνα του 1930) με τη συγγραφέα Λίλιαν Χέλμαν. Συνδέονται αμέσως και η σχέση τους που κράτησε τριάντα χρόνια, ως το θάνατο του, υπήρξε η σημαντι­κότερη της ζωής και των δυο. Ο Χάμετ έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο γράψιμο των θεατρικών έργων της Χέλμαν, ρόλο προσεκτικού ανα­γνώστη, αδιάλλακτου κριτικού και αυστηρού δάσκαλου. Ωστόσο, όπως εξομολογήθηκε πρόσφατα, μετά το Γυάλινο κλειδί αισθανόταν ότι έχει ξοφλήσει σαν συγγραφέας.

Η επιτυχία όμως και τα χρήματα είναι αντιστρόφως ανάλογα με το δημιουργικό του έργο. Ήδη μένει στο Χόλιγουντ και γράφει σε­νάρια με μεγάλες αμοιβές και στις αρχές του 1934 εκδίδεται το τελευ­ταίο και πιο αδύνατο έργο του, ο Αδύνατος άνθρωπος, με ήρωα τον (χαρακτηριστικά, τέως) ντετέκτιβ Νικ Τσαρλς, που έχει εξαιρετικά ευνοϊκή υποδοχή. Το Μάρτη του 1934 δημοσιεύεται το τελευταίο διήγημα του. Ωστόσο, απ” τα σενάρια για ταινίες, ραδιοφωνικά σί­ριαλ και κόμικς, απ” τα δικαιώματα εκχώρησης των ηρώων του γυρίσματος των βιβλίων του (όλα έγιναν ταινίες, πάνω από μια φορά) και απ” τα συγγραφικά του δικαιώματα (αυτά ήταν τα λιγότερα) κερ­δίζει τεράστια ποσά.

Την περίοδο εκείνη ο Χάμετ ζει μεταξύ Χόλιγουντ και Νέας Υόρ­κης, διάσημος, πάμπλουτος και περιζήτητος. Ζωή πλέι-μπόι, με πο­λύ ποτό, ανάμεσα σε διάφορες εφήμερες και μη διασημότητες. Ο Χάμετ κράτησε «περίεργη» στάση απέναντι στα χρήματα: τα δάνειζε αφειδώς και δεν προσπάθησε να τα αυξήσει γράφοντας. Παρ” όλο που τα τελευταία του διηγήματα (στο «κομψό» περιοδικό Κόλιερ) του απέφεραν σχεδόν τόσα όσα όλα τα προηγούμενα, έγραψε μόνο τρία. Παρ” όλο που πληρωνόταν αδρά, σαν σεναριογράφος ήταν όχι παραγωγικός και ιδιαίτερα ασυνεπής – ωστόσο τον επιζητούσαν. Όσο για τα ραδιοφωνικά σίριαλ, απλώς δάνειζε τους ήρωες του, το όνομα του. «Η μόνη σχέση που θέλω να “χω μαζί τους», έλεγε, «είναι ν” ανοίγω κάθε βδομάδα το ταχυδρομείο μου και να βλέπω ένα τσεκ». Το 1937-38 είναι ανάμεσα στους δεκαπέντε καλύτερα αμειβόμενους συγγραφείς του Χόλιγουντ, αλλά έχει πάψει προ πολλού να είναι συγγραφέας.

Μέσα σ” εκείνο το κενό και κάτω απ” την επιρροή της Χέλμαν (αλλά όχι αποκλειστικά) ο Χάμετ αρχίζει να παίρνει μέρος στο αρι­στερό και αντιφασιστικό κίνημα. Η πρώτη ένδειξη γι” αυτό, στις 13 του Μάρτη 1937, είναι η συνεισφορά του υπέρ των Δημοκρατικών της Ισπανίας. Λίγο αργότερα, χρηματοδοτεί, μαζί με άλλους, το γύ­ρισμα της ταινίας Η ισπανική γη, που έγινε στην Ισπανία απ” τον Χε­μινγουέι και τον Γιόρις Ίβενς.

Το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου, μάλ­λον, έγινε μέλος του ΚΚ ΗΠΑ. Από τότε και στο εξής αφοσιώνεται στην πολιτική. Παρ” όλο που σήμερα οι Αμερικάνοι κριτικοί θαυμα­στές του Χάμετ προσπαθούν να υποβαθμίσουν τη συμμετοχή του στο κομμουνιστικό κίνημα, υποστηρίζοντας ότι ουδέποτε πήρε πολύ στα σοβαρά την ένταξη του, αλλά απλώς ακολουθούσε «τη μόδα», τα ντοκουμέντα τουλάχιστον δείχνουν το αντίθετο. Οι αρμοδιότητες που ανάλαβε, οι θυσίες που έκανε και η αταλάντευτη επιμονή του στην υπόθεση του κομμουνισμού, σε όλες τις δύσκολες περιόδους που ακολούθησαν, πείθουν ότι ο Χάμετ ήταν πάρα πολύ ειλικρινής στην ένταξη του.

Οι δραστηριότητες του ήταν πολλές και ποικίλες. Μια απ” τις πρώτες, ήταν να οργανώσει τους σεναριογράφους του Χόλιγουντ στο ταξικό σωματείο, που είχε ιδρυθεί το 1936. Η ΜGΜ, η εταιρία με την οποία δούλευε ο Χάμετ, ήταν στην πρωτοπορία της αντίθεσης στο σωματείο, αλλά δεν μπορούσε ν” απολύσει τον Χάμετ, που το εκ­μεταλλεύτηκε για να προπαγανδίζει τους στόχους του σωματείου.

Τον Αύγουστο του 1938 η συνέλευση των συγγραφέων με μεγάλη πλειοψηφία προτίμησε το ταξικό σωματείο απ” το εργοδοτικό, αλλά μόνο μετά από τρία χρόνια έγινε η νίκη πλήρης. Στο μεταξύ, ο Χάμετ έδωσε το 1938 το τελευταίο του σενάριο, πούλησε όλα του τα δι­καιώματα στη ΜGΜ και το συμβόλαιο τους έληξε στα μέσα του 1939, προς χαρά και των δύο. Εκτός απ” τα συνδικαλιστικά, ο Χάμετ έδρασε για την εκδίωξη του διεφθαρμένου ρεπουμπλικάνου κυβερ­νήτη της Καλιφόρνια, υπόγραψε πολυάριθμες εκκλήσεις υπέρ της Ισπανικής Δημοκρατίας, σε υπεράσπιση της Σοβιετικής Ένωσης, ενάντια στο ναζισμό κτλ.

Το Μάη του 1939 ιδρύει μαζί με άλλους (Λίλιαν Χέλμαν, Άλ-μπερτ Μαλτς, Ντόροθι Πάρκερ κτλ.) το περιοδικό Ισότητα («για την υπεράσπιση των δημοκρατικών δικαιωμάτων, ενάντια στον αντιση­μιτισμό και το ρατσισμό») και το 1940 εκλέγεται πανεθνικός πρόε­δρος της Επιτροπής για τα Εκλογικά Δικαιώματα, που επιχειρεί να εξασφαλίσει την υποψηφιότητα του ΚΚ στις διάφορες πολιτείες των ΗΠΑ παρά τους αντιδημοκρατικούς περιορισμούς. Το ’40 και το ’41 είναι χρόνια έντονης δραστηριότητας. 

Μιλάει, μεταξύ άλλων, για την «υπόθεση της μυστηριώδους εξαφάνισης της ελεύθερης ψη­φοφορίας», υπογράφει πάμπολλες εκκλήσεις και ο φάκελος του στην FΒΙ που είχε ανοίξει κατά λάθος το 1934 (κάποιος χαφιές υπο­ψιάστηκε αδίκως ότι το κόμικ του Μυστικός πράκτορας Χ-9 δυσφη­μεί την FΒΙ) μεγαλώνει διαρκώς για να φτάσει τελικά τις 278 σελίδες.

Τα οικονομικά του τονώνονται όταν αρχίζουν πάλι ραδιοφωνικά σίριαλ με τους ήρωες του και νέο ενδιαφέρον προκαλείται για τα έρ­γα του όταν προβάλλεται το κλασικό σήμερα Γεράκι της Μάλτας του Τζον Χιούστον. Ωστόσο, η μόνη συγγραφική δραστηριότητα του Χάμετ, πέρα απ” τις ανοιχτές επιστολές για πολιτικά ζητήματα, είναι βαθιά πολιτική. Γράφει το σενάριο του έργου Βάρδια στο Ρήνο, προ­σαρμογή του ομώνυμου θεατρικού έργου της Λίλιαν Χέλμαν. Πρό­κειται για μια αντιφασιστική ταινία που έγινε πολύ ευνοϊκά δεκτή.

Το Σεπτέμβρη του 1942, ο φυματικός Χάμετ, 48 ετών, κατατάσσε­ται εθελοντής στο στρατό, πείθοντας με ταχυδακτυλουργικό τρόπο τους γιατρούς ότι τα σημάδια στις ακτινογραφίες των πνευμόνων του ήταν ασήμαντη υπόθεση. Ήταν η τέταρτη προσπάθεια του να κατα­ταγεί -τις προηγούμενες φορές τον είχαν απορρίψει για την ηλικία του, τη φυματίωση του και τα χαλασμένα δόντια του, αλλά τελικά τους έπεισε. Στο στρατό θα μείνει επί τρία χρόνια, ως το Σεπτέμβρη του ’45. 

Φαίνεται αστείο, αλλά η FΒΙ όλο αυτό το διάστημα προσπα­θούσε να εξακριβώσει αν όντως υπηρετεί: στο μητρώο του στρατού είχε καταχωρηθεί κατά λάθος σαν «Ντάσιερ Χάμετ». (Μάλιστα, επειδή κάποιοι χαφιέδες τον είχαν δει με στολή, η FΒΙ σκεφτό­ταν να τον μηνύσει για αντιποίηση στολής!) Επειδή όμως τόσο το στρατόπεδο Σενάγκο στην Πενσιλβάνια απ” όπου πέρασε, όσο και το νησί Άντακ στις Αλεουτίους, οχτακόσια μίλια έξω απ” την Αλά­σκα, όπου τελικά υπηρέτησε, ήταν γνωστοί τόποι συγκέντρωσης «ανατρεπτικών» στοιχείων, πρέπει να υποθέσουμε ότι κάποιοι δεν τον ξέχασαν. Άλλωστε δεν το έκρυβε. Όσο ήταν στις Αλεουτίους ήταν συνδρομητής της Ντέιλι Ουόρκερ και διάβασε – για τρίτη φορά – τα διαλεχτά έργα του Μαρξ.

Στο στρατό ο Χάμετ θα γίνει θρύλος ανάμεσα στους εικοσάχρο­νους συναδέλφους του. Τους έπεισε, με κάποια δυσκολία, να μην τον φωνάζουν «κύριο», αλλά τον έλεγαν «παππού». Ανάμεσα στ' άλλα, εκδίδει την εφημερίδα του μετώπου των Αλεουτίων (Δι Αντάκιαν) με μεγάλο ενθουσιασμό και στο επιτελείο του προσλαμβάνει και μαύ­ρους, παρ” όλο που ο υπόλοιπος στρατός ήταν φυλετικά διαχωρι­σμένος. Γράφει ένα προπαγανδιστικό φυλλάδιο για τον πόλεμο και γενικά φαίνεται ν” απολαμβάνει αρκετά αυτή τη δεύτερη θητεία. Απολύεται με τιμές, λοχίας και πάλι.

Είναι διάσημος, πλούσιος, (1300 δολάρια τη βδομάδα απ” τα σί­ριαλ), πενήντα ένα χρονών και ζει στη Νέα Υόρκη. Η πίστη του στο κόμμα είναι ακλόνητη, το ίδιο και το πάθος του για το πιοτό. (Για τις πολιτικές δραστηριότητες του των ετών 1945-1949 δες περισσότερα στο παράρτημα.) Διδάσκει συγγραφή αστυνομικών ιστοριών στη μαρξιστική σχολή Τζέφερσον, όπου συμμετέχει και στο συμβούλιο των Επιτρόπων. Τον Ιούνη του 1946 εκλέγεται πρόεδρος της Επιτρο­πής Πολιτικών Δικαιωμάτων Νέας Υόρκης, θέση που θα κρατήσει για δέκα χρόνια. Το 1948 παθαίνει μια κρίση ντελίριουμ τρέμενς και, κατά γενική κατάπληξη των φίλων του, κόβει το πιοτό, θυμάται η Λίλιαν Χέλμαν: «Αργότερα είπα στον Χάμετ ότι ο γιατρός δεν πί­στευε ποτέ πως θα “κοβες το ποτό. Ο Ντας φάνηκε έκπληκτος: «Α­φού του έδωσα το λόγο μου!» Είπα: «Και τον κρατάς το λόγο σου πάντα;» «Σχεδόν πάντα», είπε, «ίσως επειδή τον δίνω τόσο σπάνια!»»

Ο Χάμετ θα πληρώσει ακριβά αυτό το αίσθημα τιμής και την προ­σήλωση στις αρχές του. Ανάμεσα στις υποθέσεις που αναλαμβάνει η Επιτροπή του, είναι η αποφυλάκιση μ” εγγύηση των διωκόμενων αγωνιστών. (Ανάμεσα σε άλλους, αποφυλάκισε μ” εγγύηση τα δε­καέξι στελέχη της Ομοσπονδίας Ελληνικών Ναυτεργατικών Οργα­νώσεων, της περίφημης ΟΕΝΟ, που κρατούνταν το Νοέμβρη του 1949 στο νησί Έλις έξω απ” τη Ν. Υόρκη.) Όταν ο Γκας Χολ, σημε­ρινός γραμματέας του ΚΚ ΗΠΑ, μαζί με άλλους τρεις κομμουνιστές απελευθερωμένους μ” εγγύηση, δεν εμφανίζονται για να δικαστούν, το μακρύ χέρι του νόμου θα πιάσει τον Χάμετ και την Επιτροπή της οποίας είναι πρόεδρος. Βρισκόμαστε στα 1951, στην αρχή της βασι­λείας του γερουσιαστή Μακάρθι στην εποχή του κυνηγητού των μα­γισσών και της αντικομμουνιστικής υστερίας. 


Πληρώνονται οι πα­λιοί λογαριασμοί και όσοι διατέλεσαν μέλη μετωπικών και αντιφα­σιστικών οργανώσεων, ακόμα και προπολεμικά, σύρονται στα δικα­στήρια και στις διαβόητες επιτροπές σαν υπονομευτές του αμερικά­νικου τρόπου ζωής. Οι αριστεροί του Χόλιγουντ χτυπιούνται ιδιαί­τερα (να μνημονεύσουμε, εν παρόδω, και τους Δέκα του Χόλιγουντ: Τζον Χάουαρντ Λόσον, Ντάλτον Τράμπο, Άλβα Μπέσι, Ρινγκ Λάρντνερ τζούνιορ, Σάμιουελ Όρνιτζ, Άλμπερτ Μαλτς, Άντριαν Σκοτ, Έντουαρντ Ντμίτρικ, Χέρμπερτ Μπίμπερμαν, Λέστε Κόουλ). Οι κα­τηγορούμενοι επικαλούνται την πρώτη τροπολογία του Συντάγματος (που εγγυάται την ελευθερία του λόγου) ή την πέμπτη (που δίνει στον πολίτη το δικαίωμα να μην πει τίποτα που να τον ενοχοποιεί). Στο παρανοϊκό αυτό θέατρο των δολοφόνων, η επίκληση του Συν­τάγματος εκλαμβάνεται σαν ομολογία συμμετοχής στο ΚΚ και η δραστηριότητα των … επιτροπών υποστήριξης του Συντάγματος θεωρείται κι αυτή αδίκημα.

Οι επίτροποι του κονδυλίου για τις απο­φυλακίσεις με εγγύηση (ο Χάμετ ως πρόεδρος, ο Φρέντρικ Βάντερ-μπιλτ Φιλντ κομμουνιστής εκατομμυριούχος, ο μαύρος διανοούμε­νος Δρ. Αλφίους Χάντον και ο Άμπνερ Γκριν) καλούνται να αποκα­λύψουν τα ονόματα όσων έδωσαν χρήματα στον έρανο. «Γιατί δεν τους λες ότι δεν ξέρεις τα ονόματα;» ρώτησε η Χέλμαν τον Χάμετ το βράδυ της δίκης. «Τη μισώ αυτή τη συζήτηση», απάντησε ο Χάμετ, «αλλά… κι αν ήταν περισσότερο από τη φυλακή, αν ήταν η ίδια μου η ζωή, θα την έδινα γι” αυτό που πιστεύω πως είναι δημοκρατία και δε θ” άφηνα τους μπάτσους ή τους δικαστές να μου πουν τι να πι­στεύω πως είναι δημοκρατία». Την άλλη μέρα στην επιτροπή, το μόνο που καταθέτει είναι ότι ονομάζεται Σάμιουελ Ντάσιελ Χάμετ. Επικαλείται την πέμπτη τροπολογία και το ίδιο βράδυ καταδικάζε­ται για «εγκληματική περιφρόνηση του δικαστηρίου» σε έξι μήνες φυλακή. Ήταν έτοιμος γι” αυτό: Ο Φρεντ Φιλντ είχε καταδικαστεί μόλις πριν.

Βγαίνει από τη φυλακή πιο άρρωστος από ποτέ. Αλλά τα χειρότε­ρα έχουν έρθει από αλλού: τα ραδιοφωνικά του σίριαλ είναι κομμέ­να, τα έργα του στη μαύρη λίστα, τα πνευματικά του δικαιώματα μπλοκαρισμένα από την εφορία για παλιούς φόρους. «Αγανακτι­σμένοι πολίτες» σκίζουν στους δρόμους τις αφίσες για το φιλμ «Γε­ράκι της Μάλτας», ο κίτρινος τύπος τον αποκαλεί Σάμοβαρ Σπέιντ και γράφει: «Δεν υπάρχει νόμος που να μας υποχρεώνει να προσθέσουμε ένα δολάριο στα έσοδα του Χάμετ και οι πατριώτες Αμερικα­νοί θα αρνηθούν να διαβάσουν ή ν” ακούσουν κάτι που γράφτηκε απ” αυτόν τον τύπο.» Αργότερα μάλιστα, η μπάλα παίρνει εξαιτίας του Χάμετ και ολόκληρο το σκληροτράχηλο είδος. «Μα είναι τέχνη;» αναρωτιούνται σε άρθρα τους. Ο Χάμετ δεν παραπονιέται. Το αντίθε­το, θυμάται η Χέλμαν: «Η μορφή της καυχησιολογίας (και του χιούμορ, επίσης) του Χάμετ ήταν να κάνει πλάκα με τους μπελάδες ή τον πόνο του.» Και εξηγεί: «Άρχισε μια εκνευριστική φάρσα…: στη φυλακή δεν ήταν καθόλου άσχημα. 

Βέβαια, το φαγητό ήταν απαίσιο και καμιά φορά χαλασμένο, αλλά μπορούσες πάντα να βρεις γάλα· οι λαθρέμποροι αλκοόλ και οι κλέφτες αυτοκινήτων ήταν χαϊβάνια, αλλά η κουβέντα τους δεν ήταν πιο ανόητη απ” ό,τι στα κοκτέιλ-πάρτι της Νέας Υόρκης. Σε κανέναν δεν άρεσε να καθαρίζει τις καλλιόπες, αλλά με τον καιρό έφτανες να καμαρώνεις κάπως για τη δουλειά σου και να σου κινούν το ενδιαφέρον οι διαφορές ανάμεσα στα κα­θαριστικά υλικά· οι ομοφυλόφιλοι της φυλακής είχαν πολύ κακό χαρακτήρα, όχι όμως χειρότερο από τους άλλους που συναντάς στα μπαρ, και ούτω καθεξής… 

Κάποτε συναντήσαμε στο δρόμο τον Χάο­υαρντ Φαστ (αριστερός συγγραφέας που αργότερα «είδε το φως του» – σ.τ.μ.) και μας είπε για την ποινή φυλάκισης που επρόκειτο να εκτίσει. Όπως φεύγαμε, ο Χάμετ είπε: «Θα “ναι ευκολότερα τα πρά­ματα, Χάουαρντ, αν πρώτα βγάλεις τον ακάνθινο στέφανο απ” το κε­φάλι σου». Και από “κεί κατάλαβα ότι ο Χάμετ θα μιλούσε για τη φυ­λακή του, όπως πολλοί από μας μιλάμε για το κολέγιο.»

Ο Χάμετ εξακολουθεί να συμμετέχει στην πολιτική, να υπογρά­φει εκκλήσεις (π.χ. για τους Ρόζενμπεργκ) τώρα που οι αριθμοί των υπογραφών έχουν λιγοστέψει, να διδάσκει στη σχολή. Το καλοκαίρι του 1952 μετακομίζει στο Κάτοναχ, στο εξοχικό του φίλου του Δρ. Ρόζεν, όπου θα μείνει έξι χρόνια χωρίς να πληρώνει νοίκι – και φτω­χικά. 

Το 1953 καλείται να καταθέσει στην επιτροπή του Μακάρθι (α­ποσπάσματα απ” την κατάθεση δες στο παράρτημα). Την ίδια εποχή αφήνει στη μέση τον Τουλίπα, την τελευταία του προσπάθεια να γράψει μυθιστόρημα. Το Φλεβάρη του 1955 καταθέτει και πάλι σε επιτροπή της πολιτείας της Ν. Υόρκης, που διερευνά το έργο φιλανθρωπικών και κοινωφελών οργανώσεων. «Ο κομμουνισμός δεν είναι για μένα βρόμικη λέξη», λέει. «Όταν δουλεύεις για την πρόοδο της ανθρωπότητας, ούτε που σκέφτεσαι αν ο διπλανός σου είναι κομμου­νιστής.»

Το Μάρτη του 1955 ο Χάμετ κερδίζει στο Ανώτατο Δικαστήριο την υπόθεση του εναντίον της Γουόρνερ Μπρος, που είχε ξεκινήσει απ” το 1948. Τότε, η Γουόρνερ Μπρος, που είχε αγοράσει το Γεράκι της Μάλτας, είχε μηνύσει τον Χάμετ επειδή χρησιμοποιούσε αλλού το όνομα Σαμ Σπέιντ, δηλαδή για λογοκλοπή του εαυτού του. Η τελι­κή δικαίωση έλυσε τα χέρια πολλών συγγραφέων, για τον Χάμετ όμως ήταν ηθική μόνο νίκη. Τα σίριαλ του ήταν κομμένα, αλλά και να μην ήταν, τα δικαιώματα του τα είχε δεσμεύσει η εφορία. Τον Αύγουστο του 1955 παθαίνει καρδιακή προσβολή. 

Σιγά-σιγά απο­τραβιέται απ” την πολιτική δραστηριότητα: η προσπάθεια και μόνο για ν” αναπνεύσει είναι επώδυνη. Το Γενάρη του 1957 η εφορία του επιδικάζει αναδρομικές οφειλές ύψους 140 χιλιάδων δολαρίων. Η FΒΙ ερευνά την υπόθεση: «Είναι άνεργος… Δε λαμβάνει χρήματα από οποιαδήποτε βιβλία ούτε και είχε λάβει τα τελευταία χρόνια… Το εισόδημα του τον προηγούμενο χρόνο ήταν 30 δολάρια, από μία μετοχή στο θεατρικό έργο Θάνατος του Εμποράκου… 

Δεν έχει άλλες μετοχές, ομόλογα, χρεώγραφα, δεν παίρνει καμιά σύνταξη… Δεν έχει ασφάλιση και δεν ασχολείται με κανένα επιχειρηματικό εγχεί­ρημα. Είχε αρχίσει ένα βιβλίο, αλλά το έχει αφήσει εδώ και χρό­νια… ζει με δάνεια από φίλους.» Ο αστυνομικός προσθέτει από κάτω: «Κατά τη γνώμη μου, μιλούσα σε ξοφλημένο άνθρωπο.» Και έτσι ήταν. 

Το Μάη του 1959 το Κρατικό Ίδρυμα Απομάχων Πολέμου του χορηγεί σύνταξη 131.10 δολάρια το μήνα. Το 1960 αναπτύσσει καρ­κίνο στον πνεύμονα. Την παραμονή της πρωτοχρονιάς του 1961 πέ­φτει σε κώμα. Πεθαίνει στις 10 του Γενάρη 1961 σε νοσοκομείο της Νέας Υόρκης. Τρεις μέρες αργότερα θάβεται, σαν βετεράνος δυο πο­λέμων, στο Εθνικό Νεκροταφείο του Άρλινγκτον.

 Οι χαφιέδες δεν τον ξεχνούν: Τέσσερις μέρες αργότερα, σε αναφορά προς την FΒΙ επισημαίνεται η «ανάρμοστη κατάσταση, κάποιος που υπήρξε μέλος μιας οργάνωσης που πιστεύει στην ανατροπή της κυβέρνησης μας με τη βία να θάβεται σαν ήρωας, ανάμεσα σ' εκείνους που έδωσαν τη ζωή τους υπέρ αυτής της κυβέρνησης».

Από την ανακριτική διαδικασία της Επιτροπής Μακάρθι

Aπό την ανακριτική διαδικασία της Επιτροπής Μακάρθι

Βullying: Σκέψεις και θέσεις σχετικά με τη νεανική παραβατικότητα


Εισαγωγικά


Το τελευταίο χρονικό διάστημα παρακολουθούμε τη συζήτηση στα ηλεκτρονικά και έντυπα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης σε σχέση με τα χαρακτηριστικά της νεολαίας και τη συμπεριφορά της. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτή η συζήτηση επανέρχεται πάντα σε περιόδους αγωνιστικών διεργασιών ειδικά στη νεολαία, όπως έγινε και πρόσφατα τις ημέρες των μαθητικών κινητοποιήσεων και εξυπηρέτησε μια προσπάθεια να συκοφαντηθούν, να πνιγούν στη λάσπη -όπως άλλωστε συνέβη και με κάθε λαϊκή κινητοποίηση των τελευταίων χρόνων- όσοι σηκώνουν κεφάλι ή αντιστέκονται απέναντι στην πολιτική του κεφαλαίου.


Κατασκευάστηκε μια εικόνα βιασμών, βανδαλισμών, βίας, εξευτελισμών μέσω κινητών, τα σχολεία «μετατράπηκαν» σε άντρα ακολασίας, ξεπήδησαν τα «θηρία» της διπλανής πόρτας. Οι βαρύγδουπες αναλύσεις από περισπούδαστους καθηγητές, μεγαλοδημοσιογράφους περίσσεψαν: «Λείπουν οι θεσμοί», «απουσιάζει η πρόληψη από το δημόσιο σχολείο» κ.ά. 


Χαρακτηριστικά είναι μια σειρά από δημοσιεύματα που εμφανίστηκαν στον αστικό τύπο: Στην εφημερίδα «Απογευματινή» σε άρθρο με τίτλο «Βίακαι παραβατικότητα των ανήλικων»[1] 
διαβάζουμε: «Μα τι θέλουν επιτέλους και φωνάζουν; 

Τι τα έπιασε και παρανομούν; Γιατί τόσοι πολλοί ανάμεσα τους γίνονται ανήλικοι εγκληματίες, τοξικομανείς, αλκοολικοί αυτόχειρες;».

Και συνεχίζει στο ίδιο άρθρο με «ανατριχιαστικά» στοιχεία από έρευνες που ήρθαν στο φως, έρευνες από έγκριτους καθηγητές Πανεπιστημίου, αλλά και από την Ασφάλεια Αττικής: «Το 12% των μαθητών μόνο στα λύκεια της Αθήνας ομολογεί ότι κάνει… εμπόριο ναρκωτικών. Το 7% σε λύκεια της χώρας βρέθηκε ότι ανήκει σε κάποια εγκληματική συμμορία που διαπράττει ένοπλες ληστείες. Περίπου 10% από τους δράστες βιασμών εις βάρος ανηλίκων είναι …ανήλικοι. Το 39% των μαθητών δηλώνει ότι έχει ενοχληθεί σεξουαλικά μέσα στο σχολείο και 37% των παιδιών του δημοτικού ότι έχει υποστεί σωματική βία».

Ο ανώτατος αξιωματικός της Αστυνομίας Στέφανος Σκότης δηλώνει στην ίδια εφημερίδα: «Εχουμε πλέον την ανάπτυξη της κουλτούρας του δρόμου, που αντιτίθεται στην κουλτούρα της πειθαρχίας των θεσμών»[2].


Ως αιτίες που εξηγούν αυτά τα φαινόμενα εντοπίζονται οι «προβληματικές διαπροσωπικές σχέσεις», η «ενδοοικογενειακή βία», οι «πολυάσχολοι και απόντες γονείς». 

Ορισμένοι επικεντρώνουν το πρόβλημα στους γονείς που δε βάζουν και δε διδάσκουν όρια στα παιδιά. Σε άρθρο της εφημερίδας «Ελευθεροτυπία» σε μια προσπάθεια να εξηγηθεί και να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα διαβάζουμε: «Αυτό που λείπει είναι να κατανοήσουν οι γονείς ότι μέσα στην εφηβεία το παιδί διαμορφώνει την προσωπικότητά του, αλλά κυρίως έχει να μάθει τα όρια που του βάζουν οι γονείς, οι δάσκαλοι, το σχολείο και ασφαλώς η πολιτεία», ενώ συνεχίζει: «Να ασχοληθούμε με τα παιδιά μας, να τους δείξουμε τον ρόλο μας, αλλά και τον δικό τους, να τους θυμίσουμε ότι είναι μαθητές που μαθαίνουν την ζωή από εμάς, το σχολείο, την κοινωνία. Να οριοθετήσουμε αυτό που ίσως εμείς οι παλιότεροι είχαμε, με υπερβολικό τρόπο, δεχτεί από την παλιά Ελλάδα: την πειθαρχία».[3]

Μάλιστα σε έρευνα του Πάντειου Πανεπιστημίου που παρουσιάστηκε στην εφημερίδα «Το Βήμα», το προφίλ του Ελληνα μαθητή φαίνεται να είναι: «ξενόφοβος, κοινωνικά τρομαγμένος και αμήχανος απέναντι στα μεγάλα προβλήματα της εποχής».[4]

Διαμορφώνεται ή κατασκευάζεται λοιπόν μια εικόνα εφήβων που δεν θέλουν όρια, παραβαίνουν το νόμο, εμφανίζονται να απειλούν την κοινωνική συνοχή. Η προσπάθεια αυτή έχει προφανώς μεγαλύτερο βάθος και επιδιώξεις από τη συκοφάντηση των κινητοποιήσεων. Στοχεύει στην ερμηνεία με όρους εγκληματολογίας και ψυχοπαθολογίας της κοινωνικής συμπεριφοράς της νεολαίας και ιδιαίτερα των τάσεων αγωνιστικότητας, ριζοσπαστισμού και συλλογικότητας που διαμορφώνονται στα παιδιά της εργατικής τάξης ως αποτέλεσμα των αδιεξόδων που αντιμετωπίζουν στο σχολείο, στην εργασιακή προοπτική κλπ. Στοχεύει στην άσκηση πίεσης σε γονείς, καθηγητές να συναινέσουν σε μέτρα καταστολής. 

Το άρθρο φιλοδοξεί να συμβάλει στο να δοθεί απάντηση από τη σκοπιά της μαρξιστικής θεωρίας σε αυτή την κατασκευασμένη φιλολογία, να αποκαλυφθούν οι πολιτικές επιδιώξεις. 


Σχετικά με την λεγόμενη "παραβατικότητα"


Ολη η φιλολογία για τους «παραβατικούς έφηβους» είναι καθαρό ότι επιχειρεί να μεγεθύνει, να διογκώσει τέτοια φαινόμενα συμπεριφοράς νέων ανθρώπων πέρα από τις πραγματικές τους διαστάσεις, προκειμένου να δημιουργήσει το άλλοθι της καταστολής. Είναι χαρακτηριστικό ότι κάτω από τους πηχυαίους τίτλους περί «νεανικής εγκληματικότητας» και «παραβατικότητας» συσκοτίζεται πολλές φορές η αλήθεια, δημιουργώντας κλίμα εντυπωσιασμού. Ετσι είναι χαρακτηριστικό ότι στις αντίστοιχες έρευνες το 66,6% των καταδικαστικών αποφάσεων του Δικαστηρίου ανηλίκων Αθηνών το διάστημα 2004-2005 αφορά παραβάσεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, ενώ το 10% την παράβαση του νόμου περί μετανάστευσης, δηλαδή αφορά νέους μετανάστες που ήρθαν «λαθραία» στη χώρα μας[5] κλπ. 


Ταυτόχρονα δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που η άρχουσα τάξη σπρώχνει, κατευθύνει και προσπαθεί να ομαδοποιήσει, να οργανώσει τη λεγόμενη «παραβατική συμπεριφορά» της νεολαίας και μετά έρχεται δήθεν να την αντιμετωπίσει. 


Αυτή η προσπάθεια που στοχεύει στην περιθωριοποίηση τμημάτων της νεολαίας αποτελεί στοιχείο της διαπάλης που αναπτύσσεται για το αν αντικειμενικές τάσεις ομαδοποίησης, συλλογικής δράσης που υπάρχουν στη νεολαία, ιδιαίτερα όσον αφορά νέους που προέρχονται από τα πιο φτωχά λαϊκά στρώματα της κοινωνίας, θα προσανατολιστούν στην κατεύθυνση της χειραφέτησης ή της ενσωμάτωσης. Επιδίωξη είναι να ενσωματώνεται η οργή και η αγανάκτηση που αναπτύσσονται στη βάση των δύσκολων συνθηκών ζωής σε μια εκτονωτική δραστηριότητα, σε μια δραστηριότητα που βάζει σαν στόχο «ψεύτικους εχθρούς» -άλλους εκτός από τους πραγματικούς- που είναι το αστικό κράτος και οι καπιταλιστές. Ετσι διαμορφώνονται τεχνητοί διαχωρισμοί και αντιπαραθέσεις, φταίνε οι μεγαλύτεροι, οι οπαδοί της άλλης ποδοσφαιρικής ομάδας, οι νέοι που ντύνονται με διαφορετικό τρόπο, που ακούν άλλο μουσικό ρεύμα, οι νέοι από τη διπλανή πόλη ή γειτονιά κλπ. Μέσα από τέτοιου είδους ομαδοποιήσεις διαμορφώνονται οι προσωπικοί στρατοί «χούλιγκανς» των καπιταλιστών ιδιοκτητών ποδοσφαιρικών ομάδων, τροφοδοτούνται ρατσιστικές οργανώσεις, προβοκατόρικοι μηχανισμοί κλπ. 


Η χρήση του όρου «παραβατικότητα» δεν είναι τυχαία γιατί παραπέμπει απευθείας στο ζήτημα του σεβασμού της αστικής νομιμότητας. Με τον όρο «παραβατικότητα» επιχειρείται να συνδεθούν φαινόμενα όπως: οι βιασμοί, η διαπόμπευση μέσω κινητών, η χρήση ναρκωτικών κλπ. με τις κινητοποιήσεις, να δηλωθούν οι μεν και οι δε ως συμπεριφορές που έχουν κοινά χαρακτηριστικά. Παράβαση του νόμου ο βιασμός - παράβαση του νόμου η κατάληψη, η απεργία, το κλείσιμο δρόμου κλπ. 

Προφανώς το νομικό εποικοδόμημα σε κάθε κοινωνία ρυθμίζει μια σειρά κανόνες κοινωνικής συμβίωσης απαραίτητους για την ύπαρξη και λειτουργία της κοινωνίας. Το κύριο όμως στοιχείο και καθήκον κάθε νομικού εποικοδομήματος, το κριτήριο με το οποίο λειτουργεί είναι η υπεράσπιση των κυρίαρχων σχέσεων παραγωγής και στην προκειμένη περίπτωση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής: την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής. Η «παραβατικότητα» που φοβίζει την αστική τάξη δεν είναι αυτή που συνδέεται με μια συμπεριφορά που παραβιάζει κανόνες κοινωνικής συμβίωσης ή τείνει προς την εγκληματικότητα - χωρίς να σημαίνει ότι δεν ενδιαφέρεται και γι’ αυτή. Είναι αυτή της αμφισβήτησης στην πράξη της αστικής νομιμότητας μέσα από το οργανωμένο εργατικό και λαϊκό κίνημα. 

Η βία παρουσιάζεται ως κοινό στοιχείο όλων των θεωρούμενων και κατατασσόμενων ως «παραβατικών» συμπεριφορών. Ολη η αστική ιδεολογία αντιμετωπίζει τη βία γενικά με αφοριστικό τρόπο, χωρίς να γίνεται διάκριση ανάμεσα στη βία -που με τον έναν ή άλλο τρόπο- αποτελεί ακραία έκφραση τάσεων ανταγωνισμού, ατομισμού, θεμελιωδών αξιών του καπιταλισμού, την επίσημη κρατική βία του κράτους των εκμεταλλευτών που αποσκοπεί στην διαιώνιση της εκμετάλλευσης και τη βία των εκμεταλλευόμενων που δεν αποτελεί στοιχείο της σήψης και της παρακμής της αστικής κοινωνίας, αλλά έχει προοδευτικό χαρακτήρα στην κοινωνική ιστορική εξέλιξη. Ο αφορισμός της βίας συνοδεύεται από την επιχειρηματολογία υπέρ της ανάγκης συνεννόησης, διαλόγου, συναίνεσης, ως απαραίτητα στοιχεία για τη λειτουργία της κοινωνίας. Η αναγωγή είναι προφανής: έτσι όπως λογικά χρειάζεται να υπάρχει σεβασμός στην προσωπικότητα της ακεραιότητας του συνανθρώπου για να υπάρχει κοινωνική συμβίωση (η οποία κατά κανόνα αφορά τη συναναστροφή ανθρώπων της ίδιας τάξης), έτσι χρειάζεται και οι σχέσεις των κοινωνικών τάξεων να καθορίζονται από αλληλοσεβασμό, συνεννόηση που εξασφαλίζουν την κοινωνική συνοχή. 

Πρόκειται για διαστρέβλωση της πραγματικότητας με προφανή στόχο να ασκηθεί πίεση στο εργατικό, λαϊκό κίνημα να περιορίσει την πάλη του στα όρια που καθορίζει η αστική νομιμότητα, να διαμορφωθεί η ιδεολογική βάση της σκληρής καταστολής. Τα παρακμιακά φαινόμενα «ακραίου ατομισμού» και της επιθετικότητας που τον συνοδεύει όμως αναπαράγονται μέσα σε συνθήκες «εύρυθμης» και αδιασάλευτης λειτουργίας του καπιταλισμού, σε συνθήκες που εγγυούνται τα σκληρά μέτρα κατασταλτικής βίας των εκμεταλλευτών ενάντια στη δράση του λαϊκού κινήματος, καθώς και στις συνθήκες του «κοινωνικού διαλόγου» και της «εργασιακής ειρήνης». 

Η ιστορική πείρα έχει αποδείξει ότι είναι καταστροφικό για το κίνημα όταν καθορίζει τους στόχους του και τις μορφές πάλης του με βάση τον εκάστοτε πήχη της αστικής νομιμότητας.

Ετσι λοιπόν είναι λογικό με κριτήριο τον αστικό νόμο και την παραβίασή του, με κριτήριο την εύρυθμη λειτουργία του καπιταλισμού να πρέπει να θεωρηθούν -από όλους αυτούς που θεωρούν «τον κόσμο μας, ως τον καλύτερο δυνατό κόσμο»- ως «παραβατικοί» που χρίζουν ψυχιατρικής θεραπείας και καταστολής όλοι όσοι σε τελική ανάλυση σηκώνουν κεφάλι απέναντι στην πολιτική του κεφαλαίου (π.χ. οι ναυτεργάτες που κουρέλιασαν την επιστράτευση, οι χιλιάδες διαδηλωτές που διαδήλωσαν στον ερχομό του Κλίντον στο κέντρο της Αθήνας, το αγροτικό κίνημα με τα τρακτέρ στους δρόμους, το λαϊκό κίνημα που ξεσηκώθηκε ενάντια στη Χούντα κλπ.), να χαρακτηριστούν ως έκλυτοι, αποκλίνοντες, απολωλότες, επικίνδυνοι για την κοινωνία. 


Η αστική θεώρηση για το ζήτημα της διαμόρφωσης προσωπικότητας και συμπεριφοράς


Η όλη παρουσίαση φαινομένων που ορισμένες φορές αγγίζουν και την εγκληματική συμπεριφορά έχει μια σκόπιμη ισχυρή «δόση» υπερβολής και διόγκωσης, όπως είπαμε, με στόχο να ισχυροποιηθούν οι πιο αντιδραστικές αντιλήψεις που προβάλλουν νέα μέτρα καταστολής, στοχεύουν στο να καλλιεργήσουν ένα αίσθημα ανασφάλειας. 

Βεβαίως τέτοιου είδους φαινόμενα είναι υπαρκτά. Το γεγονός ότι είναι σήμερα περιορισμένα οφείλεται σε μια σειρά παράγοντες (κοινωνικούς, πολιτιστικούς κλπ.), η πιθανότητα στο μέλλον να διογκωθούν θα πρέπει να συνυπολογίζει πάντα και την άμεση συμβολή μηχανισμών της άρχουσας τάξης σε αυτή την κατεύθυνση. Είναι αναγκαίο λοιπόν για να αναζητήσουμε ποιες είναι οι βαθύτερες κοινωνικές αιτίες τέτοιων φαινομένων, να μελετήσουμε το πώς η αστική απολογητική προσπαθεί να συσκοτίσει αυτές τις αιτίες. 

Μήπως υπάρχουν εγκληματίες από μόδα; Μήπως κάποιος ανήλικος οδηγείται στο βιασμό συνομήλικής του από ανία; Πόσο σκοτεινή τέλος πάντων είναι η ανθρώπινη φύση; Τι μυστήρια κρύβει; Τα ερωτήματα αυτά αναγκαστικά θέτουν το ζήτημα του πώς διαμορφώνεται η ανθρώπινη προσωπικότητα.

Οι περισσότερες αστικές θεωρίες κινούνται ανάμεσα σε ένα δυαδικό σχήμα ανάλυσης για τη διαμόρφωση προσωπικότητας. Από την μία υπάρχουν οι θεωρίες που δίνουν υπέρμετρη έμφαση στους βιολογικούς παράγοντες. Από την άλλη υπάρχουν αυτές που θεωρούν ότι το περιβάλλον καθορίζει την προσωπικότητα του ανθρώπου σαν κάτι εξωτερικό προς αυτόν, αντιμετωπίζοντάς τον απλά σαν παθητικό δέκτη. Οι ιδιότητες των ανθρώπων εξηγούνται έτσι από την πρώτη ομάδα θεωριών ως αποτέλεσμα της αποκλειστικής επίδρασης της κληρονομικότητας (ένστικτα, κλίσεις, κατηγορίες απριόρι αποθηκευμένες στο γονότυπο) και από τη δεύτερη ως μονόδρομη επίδραση του φυσικού και κοινωνικού περίγυρου. 

Οι υποστηρικτές της πρώτης άποψης είναι λογικό να ερμηνεύουν και να αποδίδουν φαινόμενα του εγκλήματος του ακραίου επιθετικού ατομικισμού στη ζωώδη φύση του ανθρώπου, στα ένστικτα κλπ. Πολλοί θεωρητικοί προσπάθησαν να τεκμηριώσουν μια τέτοια εξωϊστορική σε τελευταία ανάλυση υπόθεση για τη φύση του ανθρώπου. Ιστορικά η πιο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Φρόυντ[6], ο οποίος είχε ανακαλύψει κάποιο υποτιθέμενο ένστικτο της καταστροφής και του θανάτου που είναι καλά ριζωμένο στα μύχια της ανθρώπινης ψυχής και ευθύνεται για τις σαδιστικές, μαζοχιστικές, βίαιες τάσεις των ανθρώπων. Μάλιστα ο ίδιος το θεωρούσε και αιτία για τον πόλεμο.

Σε γράμμα του στον Αϊνστάιν το 1932 «ΓΙΑΤΙ ΠΟΛΕΜΟΣ», έγραφε: «αυτός (σ.σ. ο πόλεμος) φαίνεται πως είναι ένα εντελώς φυσιολογικό πράγμα και έχει αναμφισβήτητα βιολογικές ρίζες και πρακτικά μάλλον είναι αδύνατο να αποφευχθεί...».[7]

Γίνεται κατανοητό ότι αν το ένστικτο του θανάτου οδηγεί σε πολέμους, πόσο μάλλον μπορεί εύκολα να οδηγήσει εφήβους να απολαμβάνουν σκηνές βίας στα κινητά τους. Βεβαίως αυτές οι απλοϊκές και επικίνδυνες θεωρίες (που επανέρχονται διαρκώς και σήμερα με άλλο περιτύλιγμα και που αντιμετωπίζουν τον άνθρωπο σαν κτήνος και την κοινωνία σαν ζούγκλα) βιολογικοποιούν κοινωνικά χαρακτηριστικά και παρακάμπτουν το γεγονός ότι η εξέλιξη του ανθρώπινου είδους και η εξέλιξη των ζώων γίνεται με διαφορετικό τρόπο.

Στην εξέλιξη της ανθρώπινης ιστορίας οι επόμενες γενεές «κληρονομούν» από τις προηγούμενες τα υλικά και πνευματικά αντικείμενα που έχουν δημιουργηθεί από την εργασία τους. Ετσι πάντα κάθε γενιά ξεκινάει την υλική και πνευματική της δραστηριότητα σε διαφορετική βάση απ’ ό,τι οι προηγούμενες. 

Η διαδικασία της μάθησης δίνει στον άνθρωπο τη δυνατότητα της κατάκτησης και αφομοίωσης των επιτευγμάτων του πολιτισμού των παλιότερων γενεών. 
Αντίθετα από τον άνθρωπο η συμπεριφορά των ζώων είναι σε μεγάλο βαθμό κληρονομικά προγραμματισμένη και αυτό γιατί η διαφορά του ανθρώπου από τα ζώα συνίσταται στο ότι ο άνθρωπος είναι προϊόν της ίδιας του της δραστηριότητας, της συνειδητής δράσης πάνω στη φύση, δηλαδή της εργασίας. 

Αντιδραστική συνέπεια των θεωρήσεων περί κληρονομικότητας είναι ότι, αφού ο άνθρωπος είναι γεμάτος ζωώδη, επιθετικά ένστικτα, είναι απόλυτα απαραίτητος ο αυταρχισμός, ο δεσποτισμός, το χαλινάρι, τα όρια -πιο κομψά- που πρέπει να βάλουν στους έφηβους η οικογένεια, το σχολείο, το κράτος. 

Από την άλλη μεριά το γενικό θεωρητικό υπόβαθρο των αστικών θεωριών που αντιμετωπίζουν τον άνθρωπο ως παθητικό δέκτη έρμαιο της επίδρασης του περιβάλλοντος απαρνιούνται ολοκληρωτικά τον ενεργητικό ρόλο του ανθρώπου και τον μετατρέπουν σε ένα «παθητικό αποτύπωμα» του πολιτισμού που απλά αφομοιώνει μηχανισμούς συμπεριφοράς που είναι αυστηρά προδιαγεγραμμένοι από το περιβάλλον.

Χαρακτηριστική στην ψυχολογία είναι η τάση του «συμπεριφορισμού» (μπιχεβιορισμός) με τις διάφορες παραλλαγές του (ριζοσπαστικός, γνωστικός κλπ.), όπου όλη η ανθρώπινη συμπεριφορά καθορίζεται από το περιβάλλον χωρίς παράλληλα να επιδρά ο άνθρωπος σε αυτό. Ετσι μπορούμε να διαμορφώσουμε τη συμπεριφορά επιλέγοντας τα κατάλληλα ερεθίσματα στα οποία θα αντιδράσει σωστά το «ζωντανό αυτόματο». Η «συμπεριφοριστική» θεωρία διαμορφώθηκε ως αντίδραση στην ψυχανάλυση, η οποία στηριζόταν σε πολλές «μυστηριώδεις» διαδικασίες που δεν ήταν δυνατόν να επαληθευτούν εμπειρικά. 

Οι «συμπεριφοριστές» τονίζουν ότι η ψυχολογία θα πρέπει να βασίζεται στα έκδηλα παρατηρήσιμα γεγονότα και γι’ αυτό υποστηρίζουν ότι μπορούμε να διαμορφώσουμε τη συμπεριφορά του ανθρώπου μέσα από απλές διαδικασίες μάθησης. Οι «μπιχεβιοριστές», όπως ο Skinner[8], αξιοποίησαν τα πολύ μεγάλα επιστημονικά επιτεύγματα του Ρώσου φυσιολόγου Pavlov[9] και του έδωσαν λαθεμένη μεταφυσική - αντιδιαλεκτική κατεύθυνση. 

Σύμφωνα με την παραπάνω θεωρία του μπιχεβιορισμού ο κυριότερος τρόπος με τον οποίο επιτυγχάνεται αυτή η διαμόρφωση είναι η συντελεστική εξάρτηση, δηλαδή η εκδήλωση συγκεκριμένων μορφών συμπεριφοράς μέσω της ενίσχυσης-αμοιβής και η απόσβεση άλλων μορφών συμπεριφοράς μέσω της τιμωρίας. Ετσι, όπως όλοι έχουμε παρατηρήσει, ο γονέας κάποιες φορές επαινεί το μικρό παιδί για την υπακοή του και κάποιες φορές θυμώνει εάν το παιδί αρνείται να κάνει αυτό που του λένε. 

Με τις διαφορετικές αυτές πράξεις των γονέων -έπαινος, θυμός- η υπακοή εντυπώνεται στο παιδί. Η διαμόρφωση της προσωπικότητάς του και η κοινωνικοποίηση συντελείται λοιπόν με τη χρησιμοποίηση αμοιβών και τιμωριών ανάλογα με το τι είναι επιθυμητό ή όχι. Τα παιδιά μαθαίνουν από νωρίς τις συνδέσεις ανάμεσα στη συμπεριφορά τους και τις συνέπειες που την ακολουθούν και έτσι μαθαίνουν το σωστό είδος συμπεριφοράς. Ο άνθρωπος δηλαδή μπορεί να εκπαιδευτεί με τρόπους που χρησιμοποιεί ένας εκπαιδευτής σκύλων για τα σκυλιά ή όπως εκπαιδεύεται μια αρκούδα στο τσίρκο. 

Ετσι η αντίληψη των μπιχεβιοριστών είναι ότι για τον άνθρωπο η κοινωνία δεν είναι παρά ο εξωτερικός περίγυρος που σε αυτόν είναι αναγκασμένος να προσαρμοστεί, να διευθετηθεί, για να μη γίνει «απροσάρμοστος» και να επιβιώσει ακριβώς όπως το ζώο είναι αναγκασμένο να προσαρμοστεί στο εξωτερικό περιβάλλον. Αυτή η προσέγγιση αφενός παραγνωρίζει ότι ο άνθρωπος δε βρίσκει μονάχα μέσα στην κοινωνία τις εξωτερικές συνθήκες που πρέπει να προσαρμόσει σε αυτές τη δραστηριότητά του, αλλά τις τροποποιεί με τη δράση του, αφετέρου δεν αναγνωρίζει πως οι κοινωνικές σχέσεις δεν είναι απλά «εξωτερικό περιβάλλον» για τον άνθρωπο, αλλά πως αυτές οι κοινωνικές συνθήκες κουβαλάνε μέσα τους τα κίνητρα και τους σκοπούς της δραστηριότητας, τα μέσα και τους τρόπους της, με μια λέξη πως η κοινωνία παράγει τη δραστηριότητα των ατόμων που τη συνθέτουν.

Ο Μαρξ έχει τοποθετηθεί κριτικά απέναντι σε παρόμοιες μεταφυσικές και μηχανιστικές αντιλήψεις με την περίφημη θέση 3 για τον Φόυερμπαχ: «Η υλιστική θεωρία ότι οι άνθρωποι είναι προϊόντα των περιστάσεων και της παιδείας και ότι επομένως οι αλλαγμένοι άνθρωποι είναι προϊόντα άλλων περιστάσεων και διαφορετικής παιδείας, ξεχνάει ότι οι άνθρωποι είναι ακριβώς εκείνοι που αλλάζουν τις περιστάσεις και ότι ο παιδαγωγός έχει και αυτός ανάγκη να παιδαγωγηθεί. Γι’ αυτό τείνει αναπόφευκτα να διαιρέσει την κοινωνία σε δύο μέρη που το ένα τους βρίσκεται πάνω από την κοινωνία (λ.χ. στον Ρόμπερτ Οουεν).

Η σύμπτωση της αλλαγής των περιστάσεων και της ανθρώπινης δραστηριότητας ή αυτοαλλαγής μπορεί να εξεταστεί και να κατανοηθεί ορθολογικά μονάχα σαν επαναστατική πρακτική»[10].
Στον μπιχεβιορισμό η ανθρώπινη προσωπικότητα αντιμετωπίζεται σύμφωνα με την έκφραση του Βιγκότσκι σαν ένα «σακί εξαρτημένων αντανακλαστικών»[11]. Αυτές οι απόψεις αναζητούν τις αντικοινωνικές συμπεριφορές σε παράγοντες επιβράβευσης, μίμησης κλπ.

Οι πιο εκσυγχρονισμένες εκδοχές του μπιχεβιορισμού αναζητούν τα αποκλειστικά αίτια τέτοιων φαινομένων σε παράγοντες όπως τα ΜΜΕ, τα βιντεοπαιχνίδια, τα κινούμενα σχέδια. Ο αστός ψυχολόγος Μπαντούρα, εκπρόσωπος του «κοινωνικό-γνωστικού συμπεριφορισμού» ή της λεγόμενης «θεωρίας της κοινωνικής μάθησης», προσπάθησε μάλιστα να μελετήσει και πειραματικά την αρνητική επίδραση της τηλεόρασης στην ανάπτυξη βίαιης-επιθετικής συμπεριφοράς. Εδειξε σε πειραματικό περιβάλλον σε παιδιά προσχολικής ηλικίας ταινία, όπου ένας ενήλικος συμπεριφερόταν βάναυσα σε ένα λαστιχένιο ομοίωμα. Τα παιδιά άρχισαν να συμπεριφέρονται μιμούμενα την επιθετική συμπεριφορά. 

Με βάση μετρήσεις που έγιναν τη δεκαετία του 1960 ήδη τότε τα παιδιά είχαν δει στην τηλεόραση 10.000 δολοφονίες ως τα 14 τους χρόνια, ενώ το 75% των προγραμμάτων περιείχαν σκηνές «βίας»[12].

Οι μπιχεβιοριστικές θεωρίες της μίμησης προφανώς στηρίζονται σε πραγματικά δεδομένα, τα οποία αποδίδονται και με τα παραπάνω πειράματα, όμως δεν μπορούν να εξηγήσουν πώς τέτοιες συμπεριφορές από απλή μίμηση μετατρέπονται σε στοιχεία που καθορίζουν την κοινωνική δραστηριότητα και την προσωπικότητα του ανθρώπου.Επί της ουσίας αδυνατούν να εξηγήσουν τη βαθύτερη κοινωνική αιτία τέτοιων φαινομένων. 


Τα ηλεκτρονικά ΜΜΕ ασφαλώς και συμβάλλουν στη στρεβλή αντίληψη και στην ανάπτυξη αντικοινωνικών συμπεριφορών, αφενός γιατί στηρίζονται στην ιδεολογία της αστικής τάξης, αφετέρου επειδή αναπαράγουν τα φαινόμενα της σήψης του καπιταλιστικού συστήματος. Η επίδρασή τους δεν είναι κάτι ξεκομμένο από τους στόχους της καπιταλιστικής κυριαρχίας που υπηρετούνται από όλα τα μέσα που διαθέτει το σύστημα, μεταξύ αυτών τα μέσα παιδείας, ενημέρωσης, ψυχαγώγησης κλπ. Αυτή η επίδραση καταγράφεται αυτονομημένη ως «αρνητική επίδραση», ήδη από τη δεκαετία του 1960, ενώ αποσιωπάται ότι αναπαράγεται ο ανταγωνισμός, ο ατομισμός, η κατασταλτική βία, η βία των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων, η βία που καλλιεργεί το φόβο και η ανασφάλεια. Ετσι καλλιεργείται με όλους τους τρόπους η αντίληψη ότι η ζωή είναι ζούγκλα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι η «άρρωστη» ιδέα της βιντεοσκόπησης προσωπικών στιγμών διαμορφώθηκε μέσα από τη λειτουργία των ΜΜΕ, με τις ευθύνες της αστικής διακυβέρνησης για την ύπαρξη και το περιεχόμενο της ιδιωτικής τηλεόρασης.

Επίσης τα ΜΜΕ έχουν έναν ειδικό ρόλο στην προσπάθεια αυτά τα φαινόμενα να διογκώνονται, να γίνονται χαρακτηριστικό δραστηριότητας διαφόρων ομάδων νεολαίας, όπως αναφερθήκαμε και σε προηγούμενο σημείο. 

Η πληρέστερη κατανόηση του ρόλου και του μηχανισμού -μέσω του οποίου λειτουργούν τα ΜΜΕ- στη διαμόρφωση αξιών, τρόπου ζωής και συνείδησης χρειάζεται να λαμβάνει υπ’ όψιν ότι τα ΜΜΕ βασικά αναπαράγουν στοιχεία που γεννιούνται στο έδαφος τωνκοινωνικών σχέσεων. Ετσι λοιπόν η «θεωρία της κοινωνικής μάθησης» και η έρευνά της παραμένει αναγκαστικά αφηρημένη, αποσπασμένη από τις συγκεκριμένες κοινωνικο-οικονομικές σχέσεις. 

Συνοψίζοντας, η κυρίαρχη αστική ιδεολογία και απολογητική προσπαθεί να πλάσει πλήθος επιχειρημάτων για να εξηγήσει τέτοια φαινόμενα. Κάποια ρεύματα προσπαθούν να φορτώσουν την αποκλειστική ευθύνη σε μια σειρά υπαρκτούς κοινωνικούς παράγοντες, όπως η οικογένεια, ο κοινωνικός περίγυρος, οι παρέες, θεωρώντας τους όμως έξω από τις σχέσεις παραγωγής και ανάγοντάς τους ως πρωταρχικές αιτίες. Κάποιοι άλλοι προσπαθούν να δείξουν ότι η εγκληματικότητα, η επιθετική συμπεριφορά είναι σύμφυτη με τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά και ότι είναι ενσωματωμένη στο DNA. Βιολογικοποιούν δηλαδή κοινωνικά χαρακτηριστικά και αθωώνουν το σύστημα.

Σε κάθε περίπτωση η επιδίωξη είναι να ξεκοπούν παράμετροι του προβλήματος, να αυτονομηθούν, να μην εξεταστούν σε βάθος οι κοινωνικές σχέσεις. Να παρουσιαστούν οι παράγοντες που συντελούν στην όξυνση του προβλήματος ως αιτίες που το γενούν. Κοινό σημείο και στόχος είναι να μην μπει στο στόχαστρο η κρίση αξιών του καπιταλιστικού συστήματος


Η ιστορικο-κοινωνική αντιμετώπιση του ζητήματος


Το πρόβλημα ωστόσο δεν είναι να διαπιστώσουμε ότι ο άνθρωπος είναι ταυτόχρονα βιολογικό και κοινωνικό ον. Αυτή είναι μια αδιαφιλονίκητη αλήθεια, η οποία όμως δε μας πληροφορεί για την ουσία της προσωπικότητας, για τη γέννησή της. 

Αφετηριακό σημείο για τη μαρξιστική -δηλαδή τη διαλεκτική υλιστική- προσέγγιση είναι η μελέτη της ανάπτυξης της προσωπικότητας ως διαδικασίας των ζωντανών σχέσεων του ατόμου, ως συνέχειας των μεταμορφώσεων της δραστηριότητάς του. Μια τέτοια προσέγγιση οδηγεί στην ιδέα της ιστορικοκοινωνικής ουσίας της προσωπικότητας. Η προσωπικότητα γεννιέται και φανερώνεται για πρώτη φορά μέσα στην κοινωνία, ο άνθρωπος δεν μπαίνει στην ιστορία παρά σαν άτομο προικισμένο με ορισμένες φυσικές ιδιότητες και ικανότητες και δε γίνεται προσωπικότητα παρά σαν υποκείμενο των κοινωνικών σχέσεων.

Ετσι η νεανική προσωπικότητα των εφήβων δεν είναι ένα ενσωματωμένο όλο που καθορίζεται γενετικά: Η προσωπικότητα δεν υπάρχει από τη γέννηση, αλλά γίνεται, παράγεται και η ίδια, διαμορφώνεται μέσα στις κοινωνικές σχέσεις με τις οποίες αναπτύσσεται και δραστηριοποιείται το άτομο σε όλη του τη ζωή. Δηλαδή είναι ένα σχετικά αργό προϊόν της ιστορικο-κοινωνικής ανάπτυξης του ανθρώπου. Αν και τα χαρακτηριστικά της ατομικότητας εκδηλώνονται ζωηρά από τις πολύ μικρές ηλικίες, δεν μπορούμε να μιλάμε για την προσωπικότητα ενός νεογέννητου.

Με δύο λόγια πρέπει να ξεχωρίσουμε τρία στοιχεία για να κατανοήσουμε την ανάπτυξη της προσωπικότητας: α) Τα ατομικά-βιολογικά χαρακτηριστικά του ανθρώπου ως προϋποθέσεις της ανάπτυξης της προσωπικότητας. β)Τις κοινωνικές σχέσεις ως την πηγή της ανάπτυξης της προσωπικότητας.γ) Τη δραστηριότητα ως βάση πραγμάτωσης της ζωής της προσωπικότητας στο σύστημα των κοινωνικών σχέσεων.

Ο Μαρξ στη «Γερμανική ιδεολογία» γράφει: «Οι προϋποθέσεις που από αυτές ξεκινάμε δεν είναι αυθαίρετες, δεν είναι δόγματα, είναι πραγματικές προϋποθέσεις που δεν μπορούμε να κάνουμε αφαίρεσή τους παρά στην φαντασία. Αυτές είναι τα πραγματικά άτομα, οι πράξεις τους και οι υλικές συνθήκες της ύπαρξής τους»[13].

Οι άνθρωποι είναι μέρος της φύσης. Αρα για να ζήσουν χρειάζεται να δράσουν, να παράγουν τα μέσα ύπαρξής τους. Ταυτόχρονα, ενώ μεταμορφώνουν τον εξωτερικό κόσμο, δρώντας απάνω του μεταμορφώνονται και οι ίδιοι. Γι’ αυτό το ΕΙΝΑΙ τους προσδιορίζεται από τη δραστηριότητά τους, που και αυτή η ίδια προσδιορίζεται από το επίπεδο ανάπτυξης των μέσων και των μορφών οργάνωσής της. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να κατανοηθεί έξω από το σύστημα των σχέσεών του με τη φύση και την κοινωνία. Οπως λέει ο Λεόντιεφ, «το να μελετάς τον ατομικό ψυχισμό είναι σαν να αναλύεις τις κοινωνικές συνθήκες και τις συγκεκριμένες περιπτώσεις που τυχαίνουν σε καθεμιά από αυτές»[14].


Ο άνθρωπος δεν υπάρχει έξω από το σύνολο των κοινωνικών του σχέσεων, η έρευνα για τον άνθρωπο πρέπει να στραφεί στις ίδιες τις κοινωνικές σχέσεις. Βάση των κοινωνικών σχέσεων είναι οι σχέσεις παραγωγής.

Η έννοια «σχέσεις παραγωγής» με την πλατιά σημασία της λέξης περιλαμβάνει όλες τις μορφές των οικονομικών σχέσεων ανάμεσα στους ανθρώπους. Από το σύμπλεγμα των σχέσεων παραγωγής, η βασική -εκείνη που καθορίζει όλες τις άλλες- είναι η σχέση των ανθρώπων προς τα μέσα παραγωγής, οι μορφές συνένωσης των παραγωγών με τα μέσα παραγωγής, με άλλα λόγια οι μορφές ιδιοκτησίας. Η ουσία οποιουδήποτε τύπου σχέσεων παραγωγής χαρακτηρίζεται προπάντων από τη μορφή ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, δηλαδή από το ποιος είναι ο κάτοχος των μέσων παραγωγής.



Τάσος Τραβασάρος, μέλος του ΚΣ της ΚΝΕ, ειδικός παιδαγωγός



Παραπομπές

[1] Εφημερίδα «Απογευματινή», 12.11.2006 σελ. 5.

[2] Εφημερίδα «Απογευματινή», 12.11.2006 σελ. 7.

[3] Εφημερίδα «Ελευθεροτυπία», 13.11.2006, σελ. 49.

[4] Εφημερίδα «Το Βήμα», 13.11.2006, σελ. A 59-61.

[5] Εφημερίδα «Εθνος» 4.12.2006, ρεπορτάζ Μαίρη Μπενέα με τίτλο: «Εκρηξη στη βία ανηλίκων». Επίσης τέτοιου είδους στοιχεία υπάρχουν και στα υλικά της Ημερίδας που έγινε το Φεβρουάριο του 2005 με θέμα: «Νομοθεσία και Ψυχική Υγεία» και οργανώθηκε από την Παιδοψυχιατρική Κλινική Πανεπιστημίου Αθηνών(Δημοσιεύθηκαν στην «Ελευθεροτυπία», 9.4.2005).

[6] Σίγκμουντ Φρόυντ (1856-1939): Αυστριακός νευροπαθολόγος ψυχίατρος και ψυχολόγος, ιδρυτής της ψυχανάλυσης. Τελείωσε την ιατρική σχολή του πανεπιστημίου της Βιέννης. Το 1876 -1882 δούλευε στη Βιέννη όπου γνωρίστηκε με τον Χέλμχολτς που τις ιδέες του για την ενέργεια αργότερα τις μετέφερε στην ψυχολογία. Υπό την επίδραση της γαλλικής σχολής της ψυχοθεραπείας (Σαρκό) από τις αρχές της δεκαετίας 1890-1900 ασχολούνταν με τα προβλήματα των νευρώσεων (ιδιαίτερα της υστερίας). Στη δεκαετία 1900-1910 πρότεινε τη γενική ψυχολογική θεωρία της δομής του ψυχικού μηχανισμού ως ενεργειακού συστήματος, στη βάση της δυναμικής του οποίου βρίσκεται η σύγκρουση μεταξύ των διάφορων επιπέδων του ψυχισμού, πριν από όλα της συνείδησης και των αυθόρμητων υποσυνείδητων ροπών. Γενικά ο Φρόυντ έβλεπε με αστικά γυαλιά τον άνθρωπο, αλλά είχε μια ορισμένη συμβολή στο να τεθεί η ανάγκη επιστημονικής μελέτης του ψυχισμού. Η επιρροή των ιδεών του Φρόυντ εκδηλώθηκε στις πιο διαφορετικές κατευθύνσεις της αστικής φιλοσοφίας και κοινωνιολογίας. 

[7] Ελισαίου Βαγενά: «Για μια άλλη προσέγγιση της παιδικής επιθετικότητας», σελ. 26, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή». 

[8]B.F.Skinner (1904-1990): Αμερικάνος ψυχολόγος κύριος εκφραστής του μπιχεβιορισμού. Καθηγητής των Πανεπιστημίων της Μινεσότα, Ινδιάνας και Χάρβαρντ. Ξεκινώντας από την άποψη ότι οι μηχανισμοί της συμπεριφοράς των ζώων και των ανθρώπων είναι όμοιοι επεξέτεινε τη θεωρία του στην αφομοίωση του λόγου, την ψυχοθεραπεία, την εκπαίδευση στο σχολείο. Διατύπωσε ουτοπικά αντιδραστικά σχέδια αναδιοργάνωσης της κοινωνίας με βάση τις ιδέες του μπιχεβιορισμού για τη ρύθμιση της ανθρώπινης συμπεριφοράς.

[9]Ivan Petrovich Pavlov (1849-1936): Σοβιετικός φυσιολόγος, δημιουργός της υλιστικής διδασκαλίας για την ανώτατη νευρική δραστηριότητα και των σύγχρονων αντιλήψεων για τη λειτουργία της πέψης. Τελειώνοντας το 1864 τη θεολογική σχολή του Ραζιάν, παρακολούθησε το θεολογικό σεμινάριο του Ραζιάν. Σε αυτά τα χρόνια ήρθε σε επαφή με τις ιδέες των Ρώσων επαναστατών δημοκρατών (Χέρτσεν, Τσερνισέφσκι, Ντομπρολιούμποφ) με τα βιβλία του Πισάρεφ και κυρίως με την εργασία του Σετσένοφ «Τα Αντανακλαστικά Του Εγκεφάλου» (1863). Από το 1925 ήταν διευθυντής του Ινστιτούτου Φυσιολογίας της ΕΣΣΔ. Ο ίδιος με κανένα τρόπο δεν έβλεπε την ανθρώπινη συμπεριφορά σαν ουσιαστικά «εξαρτημένη», δηλαδή σαν παθητική αντίδραση σε εξωτερικά ερεθίσματα. Αντίθετα τα ερωτήματά του είχαν να κάνουν με τις διαφορές μεταξύ των αντανακλαστικών που εκδηλώνονται μη εξαρτώμενα και αυτών που εμφανίζονται υπό ορισμένους όρους (εξαρτώμενα).

[10] Κ. Μαρξ, «Θέσεις για τον Φόυερμπαχ». Περιλαμβάνονται στο έργο των Κ. Μαρξ και Φρ. Ενγκελς «Η γερμανική Ιδεολογία», τόμος 1, σελ. 46, εκδ. «Gutenberg».

[11] Λ. Σ. Βιγκότσκι: Βλ. Ελισαίου Βαγενά, «Για μια άλλη προσέγγιση της παιδικής επιθετικότητας», σελ. 69, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή».

[12] Ελισαίου Βαγενά: «Για μια άλλη προσέγγιση της παιδικής επιθετικότητας», σελ. 91, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή».

[13] Κ. Μαρξ: «Η γερμανική Ιδεολογία», τόμος 1, σελ. 60, εκδ. «Gutenberg». 

[14] Λεόντιεφ: «Δραστηριότητα, συνείδηση, προσωπικότητα», σελ. 13, εκδ. «Αναγνωστίδης».


Τρίτη, 24 Μαρτίου 2015

Bullying: Περί νεανικής "Παραβατικότητας"

Με σοβαρή, ασήμαντη ή και χωρίς αφορμή το θέμα σπρώχνεται κατά καιρούς στην επικαιρότητα. Ιδιαίτερα μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’90, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έρχεται και ξανάρχεται όλο και πιο συχνά στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης (ΜΜΕ). Ο λόγος για την παιδική-νεανική εγκληματικότητα ή παραβατικότητα, όπως η σύγχρονη ορολογία επιχειρεί να επιβάλει.

Ούτε οι ημερομηνίες (τελευταία δεκαετία) που ουσιαστικά πύκνωσε η ανάλογη καμπάνια είναι τυχαίες ούτε η ορολογία που χρησιμοποιείται.

Οι ημερομηνίες δεν είναι άσχετες από μια ιδεολογία και τρόπο ζωής που επιχειρείται να επιβληθεί στη χώρα με ιδιαίτερη ένταση τα τελευταία χρόνια που εφαρμόζονται οι καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις. Ο δε όρος «παραβατικότητα» έχει επιλεγεί έτσι που να είναι ολίγον κοινωνιολογικός, ολίγον νομικός, ολίγον απ’ όλα και τίποτα συγκεκριμένο, για να μπορεί με πολύ σχετικότητα και ασάφεια να πιάνει όσο γίνεται περισσότερες περιπτώσεις, να δημιουργεί και να πολλαπλασιάζει ανασφάλειες, φόβους και ενοχές από τη μια, αλλά και να σπρώχνει στη δημιουργία μορφών πραγματικής νεανικής εγκληματικής δραστηριότητας. Μια νεανική εγκληματικότητα που ίσως να αναπτύσσεται τα τελευταία χρόνια με κύρια αιτία τη διάδοση των ναρκωτικών, για την οποία έτσι και αλλιώς δεν είναι καθόλου αθώοι οι μηχανισμοί του συστήματος.

Αλλωστε την «παραβατικότητα» όποιος την ψάχνει τη βρίσκει παντού, αφού όλες οι μελέτες αποδείχνουν πως ο κοινωνικός άνθρωπος δεκάδες φορές καθημερινά πέφτει σε παραπτώματα της λεγόμενης παραβατικότητας, που όμως δεν έχουν καμιά συνέπεια, αφού είτε είναι τόσο ασήμαντα που κανένας δεν ασχολείται μαζί τους είτε δε συμπίπτουν με μια ιδιαίτερη καμπάνια ενάντια σε κάποιο συγκεκριμένο είδος παραβατικότητας. Για παράδειγμα, με πολύ φυσικότητα μπορεί κάποιος που οδηγεί αυτοκίνητο να στρίβει για χρόνια καθημερινά σε ένα δρόμο χωρίς μεγάλη κυκλοφορία και να μην ανάβει φλας. Σε μια ιδιαίτερη περίπτωση ειδικού μπλοκ της τροχαίας σ' αυτή την περιοχή θα πάρει κλήση. Μετά μπορεί για όλη την υπόλοιπη ζωή του να συνεχίσει να στρίβει όπως έχει συνηθίσει, χωρίς να ανάβει το φλας.

Επίσης έχει παρατηρηθεί πως το ίδιο είδος της λεγόμενης παραβατικότητας αντιμετωπίζεται διαφορετικά σε διαφορετικές περιπτώσεις. Για παράδειγμα μια θορυβώδης παρέα νέων ανθρώπων λαϊκής καταγωγής (πολύ περισσότερο αν είναι και αλλοδαποί) στους δρόμους της Φιλοθέης προκαλούν παρενόχληση της κοινής ησυχίας και ίσως συλληφθούν για εξακρίβωση στοιχείων, ενώ μια ανάλογη παρέα αστικής καταγωγής στον Κολωνό ή στο Μπουρνάζι θεωρείται ότι διασκεδάζει...

Χώρια που η παραβατικότητα είναι έννοια που σχετίζεται με το χρόνο. Για παράδειγμα, στο σημερινό Λονδίνο είσαι παραβατικός αν καπνίζεις σε δημόσιο χώρο. Πριν από λίγα χρόνια επιτρεπόταν το κάπνισμα ακόμα και μέσα στα δημόσια μέσα μεταφοράς και επίσης σε πολλές αίθουσες εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Στις σημερινές ΗΠΑ οι καπνιστές ταυτίζονται σχεδόν με εγκληματίες.

Στόχος η διαμόρφωση

 Ολοι οι τάχα αρμόδιοι με τους τρόπους που φέρνουν το θέμα «νεανικής παραβατικότητας» στην επικαιρότητα ουσιαστικά καταφέρνουν να ενεργοποιήσουν συντηρητικά αντανακλαστικά στην κοινωνία και ταυτόχρονα θεμελιώνουν τη δημιουργία της νεανικής εγκληματικότητας εκεί που δεν υπάρχει. Φυσικά όλοι τους δεν μετέχουν σε κανένα κεντρικό σχεδιασμό διαμόρφωσης συγκεκριμένης κατά παραγγελία κοινωνικής συνείδησης και πράξης, όμως λειτουργούν στον «αυτόματο» που έχει ενεργοποιηθεί έτσι και αλλιώς μέσα σε συγκεκριμένες κοινωνικές συνθήκες.
Αν για παράδειγμα το κίνητρο ενός δημοσιογράφου είναι μόνο η θεαματικότητα, δε σημαίνει πως ακόμα και ασυνείδητα δε θα παίξει τον καθορισμένο ρόλο, δηλαδή να σκαλίζει το πιθανό ξερό χώμα της όποιας νεανικής εγκληματικότητας, να προσπαθεί να την κάνει να φυτρώσει και ταυτόχρονα να τρομάζει την κοινωνία για την ύπαρξή της πριν ακόμα υπάρξει. Το ίδιο ισχύει για τον «ειδικό επιστήμονα», που πιθανό κίνητρο έχει την προβολή του και χειρίζεται τις όποιες γνώσεις, στοιχεία αλλά και δυνατότητές του με τον πιο ανεύθυνο τρόπο. Κίνητρα που διαμορφώνονται μέσα στα γρανάζια του εκμεταλλευτικού συστήματος, όταν ενεργοποιούνται από ανθρώπους λειτουργούν σαν το καύσιμο που βάζει σε λειτουργία αυτά τα γρανάζια και επιτρέπει στο εκμεταλλευτικό σύστημα να διατηρείται και να διαιωνίζεται. Με άλλα λόγια τα κίνητρα του εκμεταλλευτικού συστήματος, που ενεργοποιούν τους αυτοματισμούς-ανάσες ζωής του, μετατρέπουν αυτόν που θα τα πάρει στα σοβαρά σε θύμα και συνένοχο ταυτόχρονα. Θύμα του συστήματος που τον εκμεταλλεύεται και ταυτόχρονα τον οδηγεί σε όλο και βαθύτερη αποξένωση, αλλά και παράλληλα συνένοχος, αφού κάνει ότι μπορεί για να συντηρήσει αυτό ακριβώς το σύστημα.


Δεν υπάρχει μυστικό 


 Φυσικά έτσι και αλλιώς δε ζούμε σε έναν αθώο κόσμο και όλοι όσοι συμμετέχουν στο να ρίχνουν τον προβολέα σε όποια υπαρκτά άλλα κύρια ανύπαρκτα κατασκευασμένα περιστατικά δεν είναι άσχετοι και είναι αρκετοί απ' αυτούς που γνωρίζουν τρόπους και μεθόδους διαμόρφωσης πραγματικού από το πλασματικά πραγματικό ή ολόκληρο από το ελάχιστα πραγματικό.
Αλλωστε δεν υπάρχει κανένα μυστικό. Οι τρόποι είναι πολύ γνωστοί και δοκιμασμένοι από χρόνια. Για παράδειγμα ήδη τη δεκαετία του ‘70 στα βρετανικά πανεπιστήμια διδάσκονταν το πώς δημιουργήθηκε το πρόβλημα των «Μομπς και των Ρόκερς». Επρόκειτο για ομάδες νέων που τη δεκαετία του ‘60 άκουγαν την ίδια ακριβώς μουσική, είχαν ίδιες συνήθειες, πήγαιναν στους ίδιους τόπους διασκέδασης κλπ. Συγκεντρώνονταν κύρια στις παραλίες της Βρετανίας το σαββατοκύριακο. Η μοναδική τους διαφορά ήταν πως οι μεν προτιμούσαν να ντύνονται με ρούχα από ύφασμα και οι άλλοι κύρια με δερμάτινα.

Ηταν φυσικό και μόνο η εμφάνισή τους, πολύ περισσότερο οι χοροί και τα τραγούδια τους, να προκαλούν τις συντηρητικές τότε κοινωνίες του Μπράιτον, του Πόρτσμουθ κ.ά. και ιδιαίτερα τους μεσοαστούς που πήγαιναν σ' αυτά τα μέρη για άλλου τύπου διασκέδαση και παραθερισμό. Πάντως εκτός απ' αυτή την αντικειμενική ως ένα βαθμό πρόκληση τίποτα ουσιαστικά δεν συνέβαινε μεταξύ αυτών των «διαφορετικών» ομάδων των νέων.

Οι εφημερίδες της εποχής άρχισαν να γράφουν για «Μάχες στη παραλία του Μπράιτον» ή για «Αίμα από τις συγκρούσεις των Μομπς και Ρόκερς» και ανάλογα δημοσιεύματα του είδους. Δημοσιεύονταν ταυτόχρονα φωτογραφίες επιλεγμένες έτσι που να δείχνουν τάχα βίαιες συγκρούσεις μεταξύ των διαφορετικών ομάδων.

Σιγά-σιγά και με την επιμονή των δημοσιευμάτων άρχισε να λειτουργεί ο αυτόματος μηχανισμός. Οι νέοι άρχισαν να βλέπουν τον εαυτό τους όπως τους βλέπουν όλοι οι άλλοι. Πρόκειται για νόμο της κοινωνικής ψυχολογίας, που τον γνωρίζουν καλά όσοι επιχειρούν να στήσουν τέτοια παιχνίδια. Οταν όλοι τούς έβλεπαν να είναι βίαιοι και να συγκρούονται μεταξύ τους, αυτοί με μία κλιμάκωση υιοθετούσαν αυτό που περίμεναν όλοι απ' αυτούς και πλέον προσπαθούσαν να ανταποκριθούν σ' αυτό. Ξεκίνησαν πλέον οι πραγματικές συγκρούσεις, όπου συναντιόνταν μέλη των ουσιαστικά διαφορετικά ντυμένων ομάδων. Δημιουργήθηκαν προηγούμενα και η βία μεταξύ τους κλιμακώνονταν. Τα δημοσιεύματα άλλαξαν τόνο, αλλά στην ίδια κατεύθυνση άρχισαν να γράφουν πως «δεν υπάρχει κράτος», «είναι λειψή η αστυνόμευση» και άλλα του είδους. Στο χορό πλέον των συγκρούσεων μπήκε και η αστυνομία...

Το μάθημα αυτό διδασκόταν στα βρετανικά πανεπιστήμια τη δεκαετία του ‘70. Οι πάλαι ποτέ «Μομπς και Ρόκερς» ήταν ήδη περίπου σαραντάρηδες και όμως συνέχιζαν να συγκρούονται κάθε φορά που οι μεν και οι δε νοσταλγούσαν τη μουσική και τη διασκέδαση των νεανικών τους χρόνων και συναντιόνταν σε κάποια παραλία ή συναυλία. Από την αρχή δεν είχαν να μοιράσουν τίποτα και όμως οι εικονικές διαφορές διαμόρφωσαν «πραγματικές».
Ανάλογες μέθοδοι χρησιμοποιήθηκαν επίσης για να δημιουργηθούν οι κάποτε «σκληροί οπαδοί της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ». Επίσης με τον ίδιο τρόπο επιχείρησαν να υπονομεύσουν τις τότε μεγάλες διαδηλώσεις ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ. Για παράδειγμα, μήνες πριν έγραφαν για αναμενόμενη βία και συγκρούσεις μεταξύ των διαδηλωτών. Οταν έγιναν τελικά οι διαδηλώσεις και δεν υπήρξε η παραμικρή σύγκρουση, κυκλοφόρησαν εφημερίδες που επέμεναν ότι έγιναν επεισόδια και μάλιστα κάποιες πιο ευρηματικές είχαν και στημένες φωτογραφίες...


Οι "δαιμόνιοι ρεπόρτερ" και οι "ειδικοί"


 Οταν αυτές οι μέθοδοι διδάσκονταν στα πανεπιστήμια τριάντα τόσα χρόνια πριν, είναι δυνατόν να είναι άγνωστες στην καπιταλιστική Ελλάδα των τόσων ειδικών με την τόση πολυπραγμοσύνη;
Για παράδειγμα, η υπόθεση ξεκίνησε να προβάλλεται με εντατικούς ρυθμούς στα μέσα της δεκαετίας του ‘90. Ηταν τότε που διάφοροι «δαιμόνιοι ρεπόρτερ» ανακάλυψαν εφηβικές συμμορίες κύρια στα δυτικά προάστια της Αθήνας. Ουσιαστικά πρόκειται για πανομοιότυπα ρεπορτάζ που συνεχίζονται μέχρι σήμερα. Ο λόγος σε μεταφέρει σε μια ατμόσφαιρα «Μπάχια το λιμάνι όλων των αγίων» ή «Πέντρο Μπάλα» (έργα του Χ. Αμάντο για τις παιδικές συμμορίες στη Βραζιλία). Οι εικόνες είναι από κάποιο πάρκο ή γήπεδο ή κάποιο προαύλιο σχολείου. Μάλιστα όπως είναι πολύ φυσικό τα παιδιά με τα σκεπασμένα πρόσωπα παίζουν χειρονομώντας μεταξύ τους με πλασματικές συγκρούσεις, όπως έπαιζαν τα παιδιά όλου του κόσμου σε όλες τις εποχές και σε όλες τις συνθήκες. Και αλίμονο αν το διακόψουν. Θα διακοπεί και η κοινωνικοποίησή τους και θα μπουν τότε στους δοκιμαστικούς σωλήνες του κατά καιρούς «πολιτικά ορθού». Αυτό βέβαια δεν προκαλεί στο «δαιμόνιο ρεπόρτερ» κανένα δισταγμό να μιλάει για βία γενικώς και να ρίχνει μύδρους ενάντιά της.

Τα σκεπασμένα πρόσωπα και οι γυρισμένες πλάτες των «αυτόπτων μαρτύρων», άλλοθι της δεοντολογίας, διευκολύνουν την ασάφεια και κατά συνέπεια την αυθαιρεσία. Αν υπήρχε σεβασμός στη δεοντολογία δε θα έπαιζαν ταυτόχρονα σκηνές από κινηματογραφικές ταινίες για να ενεργοποιήσουν κατάλληλους συνειρμούς. Σε τελευταία ανάλυση η χρήση εικόνων από ταινίες στα ρεπορτάζ απαγορεύεται από τον «κώδικα δεοντολογίας», που έχει ψηφιστεί πλέον και είναι νόμος του αστικού κράτους. Ποιος όμως δίνει σημασία σε τέτοιες ...λεπτομέρειες.
Αν κατά τύχη υπάρχει και κάποιο ίχνος πραγματικότητας στην όλη σκηνοθεσία, δηλαδή κάποιος αληθινός παιδικός καυγάς ή κάποια αρπαγή κινητού ή ποδηλάτου, τότε αυτό το μοναδικό πραγματικό διογκώνεται με λέξεις, όπως «άγριο ξυλοκόπημα», «ληστεία» και άλλα ανάλογα.
Οταν έχει δημιουργηθεί η κατάλληλη ατμόσφαιρα, έρχεται η σειρά των ειδικών, κατά προτίμηση εγκληματολόγων ή και αστυνομικών, έτσι που να φαίνεται πως η υπόθεση «παιδικές συμμορίες» είναι τελειωμένη υπόθεση, υπάρχουν και δρουν και ...κάτι πρέπει να γίνει μ’ αυτές.


Φυσικά παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των ΜΜΕ και των άλλων αρμοδίων, στους δρόμους του Περιστερίου, του Αιγάλεω και της Νίκαιας μπορεί να έχεις πρόβλημα πάρκινγκ από τα πολλά αυτοκίνητα αλλά δε θα συναντήσεις «παιδικές συμμορίες». Ακόμα και στους χώρους που μερικά χρόνια νωρίτερα ήταν χώροι συγκέντρωσης και παιχνιδιού της νεολαίας (γήπεδα πέντε επί πέντε, μπάσκετ κλπ.), τώρα, αν υπάρχουν κάποια παιδιά, είναι αυτά που στη πραγματικότητα δεν παίζουν, αλλά είναι σε οργανωμένα αθλητικά σωματεία, όπου τη συμμετοχή τους την πληρώνουν οι γονείς τους αδρά και η εμφάνισή τους έχει για χορηγό τον τοπικό επιχειρηματία. Η δε προπόνηση που δεν είναι παιχνίδι γίνεται υπό το άγρυπνο βλέμμα των γονιών τους που τις περισσότερες φορές τα έχουν συνοδεύσει εκεί με το αυτοκίνητο... Πού βρίσκουν λοιπόν οι «δαιμόνιοι» τα σκηνικά που στήνουν, είναι φαίνεται δική τους δουλειά και του σκηνοθέτη τους...



Όταν κάτι "γίνεται" μπορεί να επαναληφθεί


 Παρ’ όλα αυτά όμως η δουλειά των «αρμοδίων» δεν πάει στο βρόντο. Πρώτ’ απ' όλα έχουν δημιουργήσει στερεότυπο που πολλές φορές λειτουργεί πολύ πιο αποτελεσματικά από οτιδήποτε πραγματικό, αφού σημασία δεν έχει τόσο πολύ το πραγματικό, όσο το τι έχει υποβληθεί στο πολύ κόσμο πως είναι πραγματικό. Μάλιστα στο όνομα ενός τέτοιου διαμορφωμένου στερεότυπου ήδη κάποιοι δήμοι διαμορφώνουν «Επιτροπές κατά της νεανικής παραβατικότητας». Παίρνουν δηλαδή πρώτα τη γκλίτσα και περιμένουν το κοπάδι να εμφανιστεί...
Επίσης αντικειμενικά, μετά από τέτοιο κοινωνικοψυχολογικό βομβαρδισμό, ενεργοποιείται σε κάποιους νέους ο μηχανισμός της ταύτισης. Αφού κάτι «γίνεται», αυτό σημαίνει πως μπορεί να γίνει-επαναληφθεί και άρα και εμείς μπορούμε να το κάνουμε. Πώς να τους εξηγήσεις πως ποτέ δεν υπήρξε αυτό το «γίνεται», αλλά κάποιοι τους σπρώχνουν για να γίνει; Για παράδειγμα λίγα χρόνια πριν ανάμεσα σε όλους τους μύθους της αμερικάνικης βιομηχανίας κινηματογράφου είχε κατασκευαστεί το παραμύθι των «συμμοριών με τις μοτοσικλέτες» που ζούσαν ξένοιαστοι στους απέραντους αυτοκινητόδρομους και τρομοκρατούσαν τις μικροαστικές κωμοπόλεις.
Ποτέ δεν υπήρξε τέτοια εποχή και τέτοιες συμμορίες. Ομως στην Ευρώπη χιλιάδες νέοι είχαν πάρει στα σοβαρά τη μυθολογία και προσπαθούσαν να μιμηθούν. Χώρια το στερεότυπο εκείνης της εποχής, που εκείνος που καβαλούσε μοτοσικλέτα ήταν σχεδόν ταυτισμένος με κακοποιό στοιχείο. Μεγαλογιατρός διηγούνταν στο γράφοντα πως τη δεκαετία του ’70 τον είχε κτυπήσει αυτοκίνητο με τη μοτοσικλέτα του ενώ κυκλοφορούσε στην οδό Σόλωνος και οι περαστικοί έλεγαν «καλά να πάθει αφού είναι μηχανόβιος...».

Επίσης, το ότι αυτό που «γίνεται» είναι δυνατόν να γίνει μέσω του μηχανισμού της ταύτισης το έζησε πρόσφατα όλη η Ελλάδα με τα περίφημα βίντεο των κινητών τηλεφώνων. Είχαν προηγηθεί αρκετά χρόνια «διαπαιδαγώγησης» από τα ποικίλα ριάλιτυ σόου.

Αυτό που ενώνει για κάποιο λόγο κάποιους νέους σε ξεχωριστές ομάδες είναι αυτό που τους χωρίζει από κάποιους άλλους. Η αρχική «πρώτη ύλη» μπορεί να είναι το πιο αθώο παιχνίδι ή ακόμα μια ιδιομορφία στο ντύσιμο ή ο τόπος κατοικίας ή η ποδοσφαιρική ομάδα που υποστηρίζουν. Οταν ενεργοποιούνται οι κατάλληλοι κοινωνικοψυχολογικοί μηχανισμοί οι τέτοιες ομαδοποιήσεις, που είναι φυσικές και απαραίτητες ως ένα βαθμό στη κοινωνικοποίηση, μετατρέπονται σε πιθανότητες της λεγόμενης παραβατικής συμπεριφοράς. Οι φίλοι του ποδηλάτου BMX ή του πατινιού με την ξεχωριστή τους εμφάνιση, εκείνοι που χτενίζονται «μόικανς», οι κάτοικοι κάποιου λαϊκού προαστίου που συνορεύει με κάποιο πιο μεσοαστικό, είναι πιθανά μελλοντικά θύματα της πλασματικής πραγματικότητας, αν την πάρουν στα σοβαρά.


Οσοι βιάζονται να πουν πως υπερβάλλουμε, ας θυμηθούν τι μηχανή πήγαινε να στηθεί από τις διαφημιστικές εταιρίες και με συνένοχους τους σχολιαστές των ΜΜΕ με το «Γκούτσι φόρεμα». Ούτε λίγο ούτε πολύ πήγαιναν να πείσουν ένα κοινό πως με αφορμή αυτό το τραγουδάκι συγκρούονταν οι νεολαίοι των δυτικών με τα βόρεια προάστια. Ούτε ένα σοβαρό τέτοιο περιστατικό δεν καταγγέλθηκε ποτέ, αλλά το παραμύθι πήγαινε σύννεφο...
Ακόμα πιο σοβαρά να θυμηθούμε πως ποτέ στα προηγούμενα χρόνια δεν υπήρχε πρόβλημα «μαντίλας» στις δυτικοευρωπαϊκές χώρες και πολύ περισσότερο στη Γαλλία και ιδιαίτερα στο Παρίσι. Τα παιδιά αυτά είχαν γεννηθεί στη Γαλλία. Δεν είχαν γνωρίσει ποτέ τη χώρα προέλευσης των γονιών τους, δεν είχαν καμιά σχέση με τη γλώσσα ή την κουλτούρα αυτών των χωρών προέλευσης. Ταυτόχρονα, αν και Γάλλοι πολίτες, ήταν δεύτερης κατηγορίας πολίτες και δεν ένιωθαν ποτέ πραγματικά Γάλλοι, λόγω της κοινωνικοοικονομικής θέσης στην οποία τους είχε καταδικάσει το αστικό κράτος. Αποδείχτηκαν πρόσφορο έδαφος να τους φυτρώσουν οι επιτήδειοι στη συνείδηση από την αρχή την πατρογονική θρησκεία που τους ξεχώριζε από τον εχθρικό κόσμο που βίωναν. Οταν τώρα με νόμο επιχειρήθηκε να τους αφαιρεθεί ακριβώς το σύμβολο που δήλωνε αυτή τη διαφορά, τότε υπήρξε και ο φανατισμός.


Χρειάζονται τα "Μαύρα Προβατα"


 Αρα το γεγονός πως δεν έχουν μέχρι σήμερα δημιουργηθεί πραγματικές νεανικές συμμορίες, γεγονός που οφείλεται σε ιστορικούς λόγους ανάπτυξης της ελληνικής κοινωνίας και του μέχρι πρότινος τρόπου ζωής, παρά τις προσπάθειες των αρμοδίων για το αντίθετο, δε σημαίνει πως δε θα κατορθώσουν να τις δημιουργήσουν στο μέλλον ή δε θα κατορθώσουν να δημιουργήσουν αληθινή εγκληματικότητα από την όποια ασήμαντη «παραβατικότητα».
Το εγκληματικό σύστημα της εκμετάλλευσης χρειάζεται αντίπαλο δέος για να υπάρχει. Δέος όχι πραγματικό, αλλά φτιαγμένο και αναπτυγμένο από τα σπλάχνα του, έτσι που να είναι του χεριού και του χειρισμού του. Χρειάζεται τα «μαύρα πρόβατα» για να τα δακτυλοδείχνει σαν αιτίες όλων των δεινών που δημιουργεί η εκμετάλλευση, που όμως πρέπει πάντα να καμουφλάρεται και το βάρος να πέφτει στους «άχρηστους, τεμπέληδες που δεν προσπαθούν, δεν πετυχαίνουν και καταντούν εγκληματίες». Ενα ανάλογο καμουφλάρισμα που γίνεται σε άλλη κλίμακα με το «κυνήγι της διαφθοράς» που υποτίθεται κάνουν οι αστοί πολιτικοί σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του ιμπεριαλιστικού συστήματος, σαν να είναι από την αρχή συνεννοημένοι.
Πρέπει με κάποιο τρόπο να τραβιέται η προσοχή της συνείδησης από τις πραγματικές αιτίες των δεινών, να προσανατολίζεται σε αλλότρια και να εξασφαλίζεται η επιβίωση του συστήματος. Κατά περίπτωση τέτοιο ρόλο μπορεί να παίζει και η λεγόμενη νεανική παραβατικότητα. Για παράδειγμα, αυτή η περίοδος είναι προεκλογική για τη Γαλλία και τόσο ο συντηρητικός Σαρκοζί όσο και η σοσιαλίστρια Σεγκολέν συναγωνίζονται ποιος θα πει τα σκληρότερα λόγια για τους νέους των λαϊκών προαστίων που διαμαρτύρονται και διαδηλώνουν επειδή τους έχουν καταδικάσει στην ανεργία και τη φτώχεια. Ο Σαρκοζί τους αποκάλεσε «αποβράσματα και αλήτες» και η Σεγκολέν είπε να «συλλαμβάνονται και να υπηρετούν σε στρατιωτικές σχολές».
Το πραγματικό πρόβλημα στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι τι λένε οι εκπρόσωποι των αστικών κομμάτων, αλλά για να λένε αυτά που λένε και μάλιστα να τα αναβαθμίζουν σε κύριο ζήτημα της προεκλογικής τους καμπάνιας πάει να πει πως έχει διαμορφωθεί ένα κοινό που τους ακούει και τους επιλέγει γι' αυτά που λένε. Δηλαδή με τον αποπροσανατολισμό έχει τόσο πολύ διαστρεβλωθεί η συνείδηση, έχουν ενεργοποιηθεί τόσο πολύ τα συντηρητικά αντανακλαστικά, που οι εργαζόμενοι είναι για άλλη μια φορά έτοιμοι να ψηφίσουν ενάντια στα πραγματικά τους συμφέροντα, για να αντιμετωπιστεί με καταστολή ένας «κίνδυνος» που δεν υπάρχει σαν κίνδυνος, αλλά διατηρείται και πολλαπλασιάζεται σαν κοινωνικό πρόβλημα από τις πολιτικές εκείνων που τάζουν τώρα την καταστολή.


Το κεφάλαιο και οι εκπρόσωποί του ξέρουν πολύ καλά τι κοινωνία έχουν διαμορφώσει και πόσο σκοπεύουν να τη χειροτερεύσουν στο μέλλον. Γνωρίζουν πως η φτώχεια και η ανεργία δημιουργεί σοβαρά κοινωνικά προβλήματα και άρα διεκδικήσεις που αμφισβητούν την εξουσία τους. Συνεπώς χρειάζονται όλο και μεγαλύτερους και σκληρότερους μηχανισμούς καταστολής για να αντιμετωπίσουν τη μελλοντική απειλή. Ενα από τα άλλοθί τους για την ανάπτυξη τέτοιων μηχανισμών είναι και η λεγόμενη νεανική παραβατικότητα. Φανταστική ή πραγματική, όταν έχουν κατορθώσει να την δημιουργήσουν.


Μήπως στις πρόσφατες κινητοποιήσεις των μαθητών δεν επιχείρησαν με ό,τι μέσο διέθεταν να κάνουν παιχνίδι συνειρμών, έτσι που να συγχέονται στη κοινωνική συνείδηση οι διεκδικήσεις των μαθητών με την παραβατικότητα ή ακόμα και με την εγκληματικότητα; Δεν κατασκεύασαν τάχα περιστατικά καταστροφών στα σχολεία; Δεν παρουσίασαν μεμονωμένα περιστατικά εγκληματικότητας που συμβαίνουν σε άσχετους χρόνους για να συνδέσουν τους συνειρμούς με τις καταλήψεις; Δεν πότισαν με φόβο και ανασφάλεια γονείς και κηδεμόνες;


"Να ανταγωνίζεσαι για να επιτύχεις"


 Η υπόθεση προβολή έως και δημιουργία της λεγόμενης νεανικής παραβατικότητας δεν είναι καθόλου άσχετη από το τι συμβαίνει στον ελληνικό μονοπωλιακό καπιταλισμό τα τελευταία χρόνια. Οι Μαρξ - Ενγκελς έχουν γράψει: «Αυτός ο τρόπος παραγωγής δεν πρέπει απλώς να θεωρηθεί ότι αποτελεί την αναπαραγωγή της φυσικής ύπαρξης των ατόμων. Είναι μάλλον μια καθορισμένη μορφή δραστηριότητας αυτών των ατόμων, ένας καθορισμένος τρόπος εκδήλωσης της ζωής τους, ένας καθορισμένος τρόπος ζωής (η υπογράμμιση των συγγραφέων) από μέρους τους. Ο τρόπος που τα άτομα εκδηλώνουν τη ζωή τους αντανακλά αυτό ακριβώς που είναι. Αυτό που αυτά είναι, συμπέφτει επομένως με τη παραγωγή τουςκαι με το τιπαράγουν και με το πώςτο παράγουν. Αυτό που είναι τα άτομα εξαρτιέται έτσι από τους υλικούς όρους που καθορίζουν την παραγωγή τους»[1].

Φυσικά είναι πολλά χρόνια πριν που η χώρα είναι αναπτυγμένος κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός και αυτοί οι διαμορφωμένοι υλικοί όροι διαμορφώνουν και τους συγκεκριμένους τρόπους ζωής που αντανακλούν στην κοινωνική συνείδηση. Ομως τα τελευταία χρόνια υπάρχουν εσωτερικές ποσοτικές και ποιοτικές αλλαγές που οξύνουν ακόμα περισσότερο τα φαινόμενα. Η επιβολή των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, που βρίσκονται σε εξέλιξη, επιδρούν άμεσα στον τρόπο ζωής και τον διαφοροποιούν με άμεση αντανάκλαση στις συνειδήσεις και ιδιαίτερα εκείνες των νέων ανθρώπων.

Σχεδόν από τη βρεφική ακόμα ηλικία μαθαίνει ότι «για να επιτύχει πρέπει να ανταγωνίζεται». Η έννοια της «επιτυχίας» είναι ταυτισμένη με όλα αυτά που γίνονται αποδεκτά και ποτίζουν τα κλαδιά του συστήματος της εκμετάλλευσης. Οργανα για να γεμίζουν την παιδική συνείδηση με τέτοιες έννοιες είναι όλοι οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του εποικοδομήματος, μαζί με τη λεγόμενη «κοινωνική παρακολούθηση» που σε πολλές περιπτώσεις οι φορείς της βρίσκονται και μέσα στην ίδια του την οικογένεια.

Ετσι αξίες όπως οι «καλοί βαθμοί», «τα πολλά πτυχία» ή «οι καλές αθλητικές επιδόσεις», που κατά περίπτωση οδηγούν σε κάποιου είδους «επιτυχία», αποξενώνονται από το περιεχόμενό τους και μετατρέπονται σε σκοπούς. Το γεγονός πως «αξία έχει το ωραίο ταξίδι...», δηλαδή η μόρφωση και η υγιής κοινωνικοποίηση που αναβαθμίζει την προσωπικότητα, θεωρείται στο σύγχρονο κόσμο το λιγότερο σαν ανευθυνότητα, αφού θεωρείται πως σε παρεκκλίνει από τον δρόμο της «επιτυχίας».
«Επιτυχία» που είναι ταυτισμένη με τη μελλοντική μετατροπή του νέου ανθρώπου σε εκμεταλλευτή ή σε άνθρωπο που να υπηρετεί από τέτοια θέση και με τέτοιο τρόπο τους εκμεταλλευτές, ώστε να βρίσκεται πάντα κοντά στη πιθανότητα να πάρει τη θέση τους. Ανεξάρτητα αν ντύνεται αυτός ο σκοπός με λέξεις διαφορετικές, όπως «επιχειρηματικότητα», που όμως δεν μπορούν να κρύψουν τον έτσι και αλλιώς μελλοντικό νόμιμο εγκληματία. Σε αντίθετη περίπτωση μιλούν για «αποτυχία» με όλες τις συνέπειες στην ψυχοσύνθεση, που σημαίνει ο όρος και στους κοινωνικούς ρόλους που του προετοιμάζουν, έως και το σπρώξιμο στο άλλου -πλέον- είδους έγκλημα. Εκείνο που το δημιουργούν μεν αλλά το καταδιώκουν.
Εκεί είναι που χάνεται η παιδική ηλικία, σβήνουν τα σύνορα της παιδικότητας με την εφηβεία, καταργείται η διαδικασία της αληθινής μόρφωσης, το παιχνίδι, η φυσιολογική σωματική και πνευματική ανάπτυξη.

Εκεί είναι που στο όνομα του «καλού βαθμού» δεν έχει σημασία τι διδασκόμαστε ούτε αν αντιγράφουμε για να τον κερδίσουμε. Ετσι και αλλιώς η καπιταλιστική κοινωνία έχει ανάγκη περισσότερο τον τύπο του «εξυπνάκια» παρά του πραγματικά μορφωμένου. Εκείνου που μπορεί να επιβιώνει σαν νόμιμος εγκληματίας.
Εκεί είναι που στο όνομα της «καλής αθλητικής επίδοσης», που θα δώσει μόρια για την εισαγωγή στις Ανώτατες σχολές και στη συνέχεια μόρια για την εξασφάλιση μιας θέσης στο δημόσιο, το παιχνίδι μετατρέπεται σε «άσκηση αλόγων του τσίρκου» που μαθαίνουν συγκεκριμένα πράγματα μόνο για να κάνουν ...τα νούμερά τους σωστά. Εκεί είναι που δεν πειράζει αν γίνει και κάποια χρήση αναβολικών που θα εξασφαλίσει αλλά και θα προγραμματίσει ακριβώς την περίοδο της επιτυχίας. Εκεί είναι που και πολλοί γονείς ακόμα, όχι μόνο κάνουν τα στραβά μάτια στη χρήση αναβολικών, αλλά προτρέπουν τα παιδιά τους, μην τυχόν και χαθεί ο προγραμματισμός...

Εκεί είναι που το ταπεινωτικό ρουσφέτι στο στρατό αναδείχνεται σε έξυπνη κίνηση για να αφήσει στους ανόητους την πραγματική θητεία. Φυσικά θα ακολουθήσει η επόμενη ταπεινωτική διαδικασία για την εξεύρεση δουλειάς και η ταυτόχρονη αφομοίωση στην υποταγή που απαιτεί το σύστημα.

Εκεί είναι που μια ολόκληρη κοινωνία μετατρέπεται σε «μόνιμα αρχίζοντες», αφού έχουν μπλεχτεί τα μέσα και οι σκοποί. Για παράδειγμα, γράφονται σε όσες γίνεται περισσότερες ξένες γλώσσες, μουσικά όργανα, σχολές χορού, πολεμικών τεχνών, γυμναστήρια, αθλητικές ομάδες κλπ., σαν αντανάκλαση της καταναλωτικής κοινωνίας. Δηλαδή σαν να πρόκειται για καταναλωτικά αγαθά, που αρκεί να τα αγοράσεις για να τα αποκτήσεις. Οταν όμως έρχεται η βαρύτητα της πραγματικότητας και ανακαλύπτουν πως όλα αυτά απαιτούν τους δικούς τους χρόνους και μια δεδομένη προσπάθεια, τα εγκαταλείπουν για να τρέξουν στο αμέσως επόμενο ανάλογο. Μια τέτοια διαδικασία αφήνει ψυχολογικά κενά αποτυχίας και σε πιο ώριμη ηλικία παρατηρείται πως πολλοί επανέρχονται με την ίδια όμως λογική του «Σόπινγκ θέραπι». Αρα με περισσότερα ψυχολογικά κενά.

Τα παραπάνω είναι τα πιο ελάχιστα δείγματα για την πίεση που δέχονται οι νέοι άνθρωποι στο σύγχρονο τρόπο ζωής, έτσι όπως διαμορφώνεται όλο και πιο βάρβαρος στις συνθήκες του εγκληματικού εκμεταλλευτικού συστήματος. Η διέξοδος δεν μπορεί να είναι όμως η γενική και αόριστη απόρριψή του, που θα οδηγήσει σε κάποιο περιθώριο βγαλμένο μέσα από τα σπλάχνα του και που γι’ αυτό το τρέφει και το φουσκώνει.

Η απόρριψη οφείλει να είναι συγκεκριμένη, επιστημονική και γι’ αυτό η μόνη ρεαλιστική. Με την οργανωμένη πάλη, με το κόμμα της εργατικής τάξης να τινάζει όχι μόνο τις αξίες και τα κίνητρα της εκμετάλλευσης, αλλά συθέμελα το σύστημα ολόκληρο, έτσι που να δημιουργηθεί πραγματικά ο άλλος κόσμος, ο σοσιαλισμός και να αρχίζει να διαμορφώνεται ο επόμενος άνθρωπος. Εκείνος που θα βγάζει από πάνω του κλιμακωτά ένα-ένα τα στοιχεία της αποξένωσης και θα αγγίξει τον πραγματικό Ανθρωπο.

Παύλος Αλέπης


Παραπομπές:

1. Κ. Μαρξ - Φρ. Ενγκελς: «Γερμανική Ιδεολογία», σελ. 61, εκδ. «Γκούντεμπεργκ».